Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΛΙΑΣΓΚΟΥΣ ΠΟΡΑΝΤΕΤΣΙ

Εκεί που πάμε

Μες την καρδιά σου μόνο εγώ.
Μες την καρδιά μου μόνο εσύ,
‘κει έξω ο κόσμος ο λογάς,
το μάτι που ζηλεύει, εκεί.


Και ξεκινήσαμε και πάμε,
μες τη γλυκιά μας μοναξιά,
να μη μας δει του κόσμου μάτι,
μη μας κακιώσει η γειτονιά.


Κι όλο πιο κει, πιο μακριά,
ψάχνοντας λίγη λευτεριά,
απ’ το πρωί που βγαίνε ήλιος,
μέχρι το νύχτωμα αργά.


Μέχρι μεσάνυχτα και βαλε,
Ω! τι γλυκιά ‘σαι ξενοιασιά!
Εγώ βαρύς και μουτρωμένος,
εσύ λουσμένη στα φλουριά.


‘Κει πάνω στα πελώρια όρη,
‘κει μες τα δάση τα κρυφά,
‘κει μες τις παιχνιδιάρες βρύσες,
στα βράχια τα λαχταριστά.


Όπου αέρας πνέει καθάριος,
κι αστράφτει, λάμπει η ομορφιά,
βουνό και θάλασσα ανταμώνουν,
και ξεχειλίζουν την καρδιά.


Όπου δεν ξέρει το χωριό,
που πάμε μόνο εμείς τα δυο.
Που καίει τ’ άστρο το λαμπρό!
Ο έρωτας, εσύ κι εγώ!


Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Γενάρης 2015



Η ζωή μου

Κάτω απ’ τη μπόρα σαν πνιγώ,
και τούτην ώρα,
πληγή ανοιχτή, πως τη μπορώ,
ακόμα τώρα;!


Τέλος κι αρχή μια ταραχή,
βήμα προς βήμα,
Άστρο του ερώτα! Βροχή,
κι άπονο κύμα!


Και σκέφτομαι σκέψεις πικρές,
στα δάκρια μου,
κι αντέχω μες τις αντοχές,
με την καρδία μου.


Άστραψε κι έγινε καπνός,
η φλόγα πάθος!
Εγώ κρεμάμενος αμνός
και κάτω ο τάφος!


Κι ο θάνατος δε με πονά,
μέσα απ’ τα στήθη,
έκλαψα μ’ αίμα, γοερά,
σε παραμύθι.


Κι έσυρα σβάρνα στου γκρεμού,
το μονοπάτι,
αχ, τη λαχτάρα του καημού,
και την αγάπη.


Τον έρωτα που θεέ μου αχ! πως,
χτυπάει τ’ αγόρι,
και δεν τον ένιωσε, σαφώς,
ποτέ η κόρη.


Που στήνετε μες στις φωτιές
τις πυρωμένες,
μες σε αχτίδες πλουμιστές,
θεοσταλμένες!


Που κλαίει, πονάει και γελά,
που δε σωπαίνει,
που ‘χει τα βάσανα πολλά,
που δεν πεθαίνει!


Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Ιανουάριος 2016 


Ο θυμός μας

Πώς να φωνάξω τον καημό μου που ‘χω βαθιά μες στην ψυχή,
πως!... τη βραχνή υπομονή μου, τη θυμωμένη μου ενοχή.
Τώρα φαρμάκι έχω στα χείλη, στα μάτια αστράφτει καταχνιά,
και σε πονά και με πονάει και μας σπαράζει την καρδιά.


Βαρύ το άσμα της σιωπής σου και σκάει το βλέμμα χαμηλά,
τα κάλλη σου τα βλοημένα που λες τρελαίνουν το ντουνιά,
τόσες αγάπες κρύβουν μέσα, τόση συμπόνια κι ομορφιά,
που ξεχειλίζουν στην καρδιά μου δάκρυα, οδύνη και χαρά.


Κι όταν ρωτώ τον εαυτό μου, πως τ’ απαντάω μονομιάς:
- ποιος μου σε πίκρανε κυρά μου, τι σου κανα και με πονάς;!
δεν είσαι ‘συ το δηλητήριο, εισ’ ένας έρωτας τρελός,
μια ηλιαχτίδα στα σκοτάδια, σκορπάς ανέμελα το φως!


Και μου αρέσει αχ! ο θυμός σου και κλαίω συνάμα και γελώ,
και κάθομαι και τ’ αραδιάζω: μην φταις εσύ; ή σφάλω εγώ;
Μα να! με χάρη σε κοιτάζω κι εσύ με συγχωρείς γλυκά!
κι όλο γεμίζεις με λαχταρά, του ερώτα μας τη δροσιά.


Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Ιανουάριος 2016