Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΤΟΛΜΗΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΙΗ΄ ΑΙΩΝΑ

Φίλησέ με όπου θέλεις 

Τί με θέλεις να σε πήσω; 
-Έλα εδώ να σε φιλήσω 
εις τα χείλη και τα φρύδια 
και των ομματιών τα φύλλα. 
-Δεν το στέργω, δεν το στέργω, 
άφες με, καλέ, να φεύγω. 
-Κόρη, κόρη χαϊδεμένη 
και ψυχή μ' αγαπημένη, 
η καρδιά μου πικραμένη 
και η γλώσσα μαραμένη. 
Έλα δω να σε φιλήσω 
την ψυχή μου να δροσίσω 
και τη γλώσσα μου να ψύξω 
και τα χείλη μου να βρέξω. 
-Φίλησέ με όπου θέλεις 
και ειπέ μου που υπάγεις, 
να σ' ακολουθήσω πίσω 
και να σε γλυκαγκαλιάσω 
ως αγόρι χαϊδεμένο 
και πολλά επαινεμένο. 

ΑΓΝΩΣΤΟΣ 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ 

       Το παραπάνω διαλογικό ποίημα γράφτηκε κάπου μέσα στον ΙΗ' αιώνα από άγνωστο ποιητή και διασώθηκε από τον Αλέξανδρο Ελλάδιο. Πρόκειται για ποίημα, που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα από τους νέους της εποχής και αν σκεφτούμε την εποχή, που γράφτηκε, είναι αρκετά τολμηρό. Ένας νεαρός πολιορκεί ερωτικά μια κοπέλα. Εκείνη στην αρχή αντιστέκεται με δυο στίχους, που δείχνουν θηλυκότητα και νάζι: "Δεν το στέργω, δεν το στέργω, / άφες με, καλέ, να φεύγω." Αλλά, το πιο τολμηρό σημείο του ποιήματος είναι, όταν, η κοπέλα δέχεται τον έρωτα του νέου και του απαντάει με το στίχο: "Φίλησέ με όπου θέλεις" σε μια εποχή, που η γυναίκα απαγορευόταν να ευχαριστιέται το σεξ. Άρα, το ποίημα είναι πολύ προοδευτικό για την εποχή του κι ίσως γι' αυτό ο ποιητής παραμένει άγνωστος. 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 


Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΛΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ (*) 

       Ως ελάχιστο φόρο τιμής, σκέφτηκα να αναρτήσω 5 παλιές ιστορίες της Μήλου, που διέσωσε και δημοσίευσε η μητέρα μου Μαρία Κυρίτση-Παπαδοπούλου στην τοπική εφημερίδα "Αφροδίτη". 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

      Τις ιστορίες, που γράφω παρακάτω τις λέγανε οι παλιοί Μηλιοί. Εγώ τις άκουσα από τον παππού μου. Πιθανόν να έχουν αποθησαυριστεί από τους λαογράφους, ίσως ο κύριος Βάος να είχε πολλά να μας πει σ' αυτό το θέμα. Επειδή, όμως, δεν είναι εύκολο να μελετήσει κανείς ογκώδεις συλλογές, που ασφαλώς είναι δυσπρόσιτες από τους μη ειδικούς και επειδή οι νεότεροι δεν πρέπει να αγνοούν παραδόσεις, που διασκέδασαν και διαπαιδαγώγησαν τόσες γενιές Μηλιών, γι' αυτό και θεωρώ υποχρέωσή μου να τις καταγράψω κι εγώ. 

1. ΣΚΕΡΠΑΝΟΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ 

      Ήταν κάποτε μια γυναίκα, που είχε το μωρό της μέσα στην κούνια. Όπως το κούναγε για να κοιμηθεί, κοιτάει πάνω στο ταβάνι και βλέπει να κρέμεται ένα σκεπάρνι πάνω από την κούνια του μωρού. Και αντί να τραβήξει την κούνια, περιορίστηκε να το μοιρολογάει: "σκερπανοσκοτωμένο μου παιδί"! 

2. Ο ΗΛΙΑΚΑΣ ΕΙΧΕ ΚΕΦΑΛΙ; 

      Ένα πρωί, ξεκίνησαν τρεις φίλοι να πάνε για κυνήγι. Ο ένας απ' αυτούς λεγόταν Ηλίακας. Ανέβηκαν στο βουνό και είδαν μια σπηλιά, που ήταν η φωλιά ενός λύκου. Βάζει ο Ηλίακας μέσα το κεφάλι του να δει και του το τρώει ο λύκος. Τον τραβάνε οι φίλοι του, τον βλέπουν χωρίς κεφάλι. Και όταν γύρισαν ρώτησαν τη γυναίκα του: "Ο Ηλίακας είχε κεφάλι;" Και εκείνη: "Δεν ξέρω, αλλά τη Λαμπρή φορούσε φέσι." 

3. ΤΟ ΚΛΕΨΙΜΟ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ 

       Ο άντρας μιας γυναίκας αρρώστησε και εκείνη φώναξε το γιατρό. Ο γιατρός την συμβούλεψε να πάρει πάγο και να τον βάλει στο κεφάλι του αρρώστου. Η γυναίκα ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού και σε λίγη ώρα ο άντρας της ήταν καλά. Ο πάγος, όμως, περίσσεψε, σκέφτηκε, λοιπόν, η γυναίκα να τον φυλάξει στο μπαούλο μήπως ξαναχρειαστεί. 
       Πέρασαν μερικά χρόνια και αρρώστησε πάλι ο άντρας της. Πάει, λοιπόν και εκείνη, ανοίγει το μπαούλο και βάζει τις φωνές: "Κλέφτες, κλέφτες. Μου έκλεψαν τον πάγο". 

4. ΠΙΤΑ ΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΠΙΤΑ ΠΙΣΩ 

       Μια νιόπαντρη είχε το ελάττωμα να ανακατεύεται όπου δεν την σπέρνουν. Την έβλεπε ο άντρας της και στεναχωριόταν, το ίδιο και η πεθερά της. 
       Μια μέρα, λοιπόν, η πεθερά της, της λέει: 
       -Σήμερα, που είναι να ζυμώσεις, να φτιάξεις τα ψωμιά τελείως γυμνή. 
       -Μα τελείως γυμνή, καλέ μάνα, ντρέπομαι. 
       -Σώπα, έτσι πρέπει, θα γίνουν πιο νόστιμα. 
       Η νύφη άκουσε τη συμβουλή της πεθεράς και πράγματι, έμεινε τελείως γυμνή και άρχισε να ζυμώνει. Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά άκουσε έξω δυο γυναίκες να τσακώνονται. Ήθελε, λοιπόν, να βγει, μα δεν μπορούσε. Και ξαφνικά της έρχεται η ιδέα: Σκέπασε, λοιπόν, τα απόκρυφα σημεία της, κρεμώντας πίτες και λέγοντας: "Πίτα μπρος και πίτα πίσω για να βρω της γειτόνισσας το δίκιο." 

5. Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΒΡΥΣΗ 

       Μονάχος μου την έκλεισα 
κανένας δεν μου φταίει 
       Έτσι τραγούδαγε ο γέρος τσαγκάρης καθισμένος στο έρημο μαγαζί του. Ήταν ένας αξιολύπητος γέρος με ρούχα φθαρμένα και αδύνατος. Έτρωγε πότε-πότε λίγο φαΐ αν τον θυμόταν καμιά καλή γειτόνισσα και ολημερίς τραγουδούσε σα να μοιρολόγαγε: "μονάχος μου την έκλεισα κανένας δεν μου φταίει". 
       Μια μέρα, πέρασε ένας ξένος από το χωριό. Του έκανε εντύπωση το τραγούδι και τον ρώτησε γιατί το λέει συνέχεια. 
       "Είναι μεγάλη ιστορία, αν έχεις όρεξη, κάτσε να στην πω". Και πράγματι άρχισε να διηγήται: 
       -Πάει καιρός από τότε, που ήμουνα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Δούλευα εδώ, στο μαγαζάκι μου, έφτιαχνα τα παπούτσια των συγχωριανών μου και ήμουνα ευτυχισμένος. Όμως, κανένας δεν είναι ευχαριστημένος με ό,τι έχει. Έτσι κι εγώ παραπονιόμουν σ' όποιον ερχόταν στο τσαγκαράδικο, ότι δεν είχα πολλά λεφτά, γιατί έβγαζα λίγα και ζούσα φτωχά. 
      Μια μέρα, πέρασε από το τσαγκαράδικο ένας ξένος, καλή ώρα σαν κι εσένα. Κάτι είχαν πάθει τα παπούτσια του και μου τα έδωσε να τα φτιάξω. Κάθισε εκεί, που κάθεσαι κι εσύ τώρα και κουβέντα στη κουβέντα με ρώτησε αν είμαι ευχαριστημένος από τη δουλειά μου. 
       -Ε, τι ευχαριστημένος να είμαι, τα λεφτά είναι λίγα. Άλλοι είναι πλούσιοι κι εγώ ίσα που ζω. 
       -Και γιατί δεν πας να βρεις την τύχη σου; 
       Τι ήθελε και το είπε, μου έβαλε την ιδέα και ένα πρωί πήρα την απόφαση. Άφησα την δουλειά μου, πήρα των ομματιών μου και πήγα να βρω την τύχη μου. 
       Περπατούσα μέρες πολλές. Πέρναγα βουνά και λαγκάδια, ώσπου στο τέλος, να μη στα πολυλογώ, έφτασε σε ένα πυκνό δάσος. Βγαίνοντας, σε ένα ξέφωτο, βλέπω εκεί δα μπροστά πολλές βρύσες, που έτρεχαν νερό και έναν άνθρωπο, φύλακας θάτανε θαρρώ. 
       -Τι είναι όλες αυτές οι βρύσες; 
       -Είναι οι τύχες του καθενός μας. Όπως βλέπεις, άλλες τρέχουν πολύ νερό, άλλες λίγο, άλλες μόλις στάζουν και άλλες καθόλου. Έτσι είναι οι τύχες μας. 
       -Και ποια είναι η δική μου; 
       -Να, αυτή εκεί. 
       Πηγαίνω, που λες κοντά και τι να δω; Η βρύση έτρεχε πολύ λίγο. Όταν το είδα, πήρα ένα κλαράκι και άρχισα να προσπαθώ να την ξεφράξω, για να ανοίξει κι εμένα η τύχη μου. Όμως, το κλαράκι έσπασε, φράζοντας τη βρύση. Έτσι, που λες, γύρισα στο χωριό μου απελπισμένος. Το τσαγκαριό είχε ρημάξει, η πελατεία είχε χαθεί και η φτώχεια μου μεγάλωσε. 
       Από τότε μοιρολογάω: "Μονάχος μου την έκλεισα, κανένας δεν μου φταίει". 

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 

(*) Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Αφροδίτη", φυλ. 11, 12, 13, 14, Απρίλιος-Μάιος 1994, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1995.