Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ

Το συμβούλιον της εταιρίας... 

      Επί τω αγγέλματι του αδοκήτου θανάτου του αντιπροέδρου της Εταιρίας Παστουρμά Αγκύρας, αποφασίζει: 
      Πρώτον. Να αναρτηθεί μεσίστιος η σημαία της Εταιρίας ( η σημαία παριστά μίαν κάμηλον με δύο καμπούρες. Ασιατικήν). 
      Δεύτερον. Να αργήσωσι τα γραφεία της Εταιρίας κατά 5΄την ημέραν της κηδείας. Επειδή όμως το προσωπικόν, υπάλληλοι και εργάται, είναι αδύνατον να συνέλθει από την λύπην του επί τω αδοκήτω κλπ. να αργήσουν και την επομένην. 
      ( Ευτυχώς δεν πέφτει Κυριακή ). 
      Τρίτον. Να παρακολουθήσωσι την κηδείαν άπαντα τα μέλη του συμβουλίου, εκτός των πασχόντων από γρίπην. ( Από γρίπη πήγε και ο μακαρίτης ). 
      Τέταρτον. Να αποσταλώσι συλλυπητήρια γράμματα εις την οικογένειά του. ( Τα γράμματα θα μείνουν καμιά βδομάδα πάνω στον μπουφέ και κάποιος θα πει: "Τα χρειαζόμαστε αυτά; Ε, Πέτα τα στα σκουπίδια" ). 
       Πέμπτον. Αντί στεφάνου να κατατεθώσι δραχμαί είκοσι χιλιάδες, όχι, δέκα πέντε χιλιάδες, όχι δέκα χιλιάδες. Όχι. "Βάλε ένα πεντάρι", υπέρ του Ασύλου Ανιάτων. 
       Στις κηδείες δεν κάνουμε τίποτ' άλλο. 
       Υπάρχουν όμως υπογραφές. Ο Πρόεδρος Αντσούγας Αλμυρός. Ο γραμματεύς Μπεκρής Μεζές.
       Μια θλίψη δευτέρας ποιότητος, έχει πέσει σε όλα τα γραφεία, οι δακτυλογράφοι κάνουνε σχέδια. 
      -Απόψε θα πάμε στην Ντισκοτέκ. 
      -Δεν θα 'ρθεις το πρωί στην κηδεία; 
      -Βεβαίως. Να με δούνε, δηλαδή, μια στιγμή και την κοπανάω. 
      Ύστερα, στενάζουνε, τρεις-τρεις, τέσσερις-τέσσερις, μαζί. 
     -Ήτανε τραγικό. 
    Ο μεταστάς, τα 'χε πάντοτε καλά με τις δακτυλογράφους. 
    Λένε μάλιστα... δεν επιτρέπεται να κουτσομπολεύουμαι τους μεταστάντας. 
    Πάντως έπινε. 
    Και έτρωγε. 
    Όλοι οι αντιπρόεδροι τρώνε και πίνουνε. 
    Τα εργοστάσια καπνίζανε με χοντρές σιδερένιες τσιμινιέρες. 
    Κάμποσοι εργάτες ζητούσαν αύξηση. 
    Πότε-πότε, το Πάσχα, πάντοτε με εισήγηση του μακαρίτη, δίνανε στους εργάτες από ένα αρνί και πενήντα αυγά. 
    Αυτή ήταν μια εξαιρετική χειρονομία. 
    Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει φέτος το Πάσχα. 
    Η κυρία του μεταστάντος, ήταν διπλά στενοχωρημένη. 
    Δεν είχε προλάβει να βάψει τα μαλλιά της και τώρα φαινόντουσαν από μέσα οι ρίζες κάτασπρες.     Τα απέξω ήτανε καλά. 
    Αλλά οι ρίζες; 
    Δεν γίνεται να τα βάψει ούτε τη νύχτα γιατί ο μεταστάς είχε τρεις αδερφές που κουτσομπολεύανε αιωνίως. 
    Σε σημείο μάλιστα που η κυρία και οι αδερφές είχαν κάπως ψυχρανθεί. Λέγανε δηλαδή "τον κακό της τον καιρό" "η βρώμα" "μας τον απόκοψε τον αδερφό μας, τόσο καλό παιδί". 
    Η κυρία τις περιφρονούσε. 
    Ήξερε όμως ότι ο άντρας της τις ευνοούσε οικονομικά και κρυφά. Πλήρωνε το νοίκι της μεγάλης, τα δίδακτρα του γιου της μεσαίας και έδινε μετρητά στην μικρή. 
    Η σημαία κρεμάστηκε μεσίστια. 
    Όλο το Συμβούλιο είχε ντυθεί στα μαύρα λες και το ζωγράφισες με σινική μελάνη. 
    Λέγανε. 
   -Ο καημένος! 
   Ή 
   -Ποιος το περίμενε! 
   - Εμ δεν φυλαγότανε κιόλας. 
   - Κι έπινε. 
   - Ούζο. 
   Μετά οι σύμβουλοι, χτυπούσαν ο ένας την πλάτη του άλλου, έτσι όπως γίνεται όταν σε πιάνει ο βήχας. 
   Και σκεφτόντουσαν. 
   -Και στα δικά σου. 
   Αλλά, με τόσο θλιβερό ύφος που κανείς δεν το υποψιαζότανε. 
   Τώρα, κάποιος από αυτούς θα γινότανε αντιπρόεδρος. 
   Ο Πρόεδρος ήταν κατά βάθος ευχαριστημένος. 
   Και τούτο, διότι, ιεραρχικώς, έπρεπε αυτόν να χτυπήσει πρώτον η γρίπη. 
   Τώρα την σκαπουλάρησε και κοίταζε τους συμβούλους, ποιος δεν στεκόταν καλά στα πόδια του να πάρει την θέση του μεταστάντος. 
   Στέλνανε και στεφάνια. 
   "Στον αγαπητόν..." 
   "... Στον αλησμόνητον και αναντικατάστατον...". 
   " Η οικογένεια Φερφελέ. Εν παρενθέσει Ιωάννη και Άννα". 
   Η ημέρα ήταν βροχερή. 
   Μια από κείνες τις μέρες που λες ότι κάνουν λάτρα στον ουρανό, οι άγγελοι της υπηρεσίας. 
   Προς το μέρος του Υμηττού είχαν μαζευτεί πολλά σύννεφα, πράγμα που σημαίνει βροχή διαρκείας. 
   Ρωτούσαν: 
   -Ποιος θα βγάλει λόγο; 
   -Ο σύμβουλος Σκληρό Τσεκούρι. 
   -Θα βγάλουν και άλλοι. 
   -Ω... 
   Αυτό το "ω" σήμαινε "ταλαιπωρία που έχουμε να τραβήξουμε" χώρια που ο Σκληρός Τσεκούρης έλεγε πάντα αηδίες και ήταν και αγράμματος. 
   Όσοι είχαν αυτοκίνητα ερχόντουσαν με τα δικά τους. 
   Όσοι δεν είχαν κοίταζαν να χωθούν σε κείνους που είχαν. 
   Εν ανάγκη παίρνανε και ταξί. 
   Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γελοιοποίησις για έναν μεταστάντα να του κουβαλιώνται με ταξί. 
   Την χήρα, υπεβάσταζε ο ίδιος ο Πρόεδρος, από το δεξί μέρος. 
   Από τ' αριστερό ο Ταμίας. 
   Για μια στιγμή ο Ταμίας είπε στον Πρόεδρο σιγά: 
   -Πώς θα το κανονίσουμε κείνο το χρέος του; 
   Ο Πρόεδρος δάγκωσε τα χείλη και έδειξε την χήρα. 
   Η χήρα έκανε ότι δεν άκουσε. 
   Ποτέ δεν άκουγε όταν επρόκειτο περί χρεών. 
   Ακολουθούσε μια συρμαγιά, από συγγενείς, εκείνους τους συγγενείς που μοιάζουνε με κοπρόσκυλα που περιμένουνε έξω από τα σφαγεία. 
   Όλοι ήταν δήθεν καταλυπημένοι. 
   Ο μόνος χαρούμενος πρέπει να ήταν ο μεταστάς, αλλά δεν το έδειχνε. 
   Στο καφενείο ετοιμάζανε καρέκλες, πλένανε καθαρά τα φλιτζάνια, γιατί στις κηδείες πρώτης κατηγορίας τα φλυτζάνια πλένονται στ' αλήθεια. 
   Είχανε και πανεράκια με παξιμαδάκια. 
   Μερικοί υπάλληλοι δεν χωρούσαν μέσα στην εκκλησία. 
   Περιμένανε στο καφενείο. 
   Και είχανε ταράξει τα παξιμαδάκια. 
   Μέχρι που τα γκαρσόνια βάλανε τις φωνές. 
   -Για κολατσό ήρθατε εδώ; 
   Οι υπάλληλοι καταντραπήκανε, βγήκανε έξω, κουβεντιάζανε ο ένας με τον άλλον, πολύ θλιμμένοι και κάποιος είπε: 
   -Κατρουλόκαιρος. 
   -Κλαίει και ο ουρανός, έκανε λυγμικά μια δεσποινίς που ζώντος του μεταστάντος είχε φάει μαζί του δυο-τρεις φορές φρέσκα ψάρια στον Σκαραμαγκά. 
   Υπήρχαν και παιδιά. 
   Αλλά ο μεγάλος σπούδαζε στην Βοστώνη και η μικρή στο Βεβέ της Ελβετίας. 
   Ήταν αδύνατο να βρουν θέση στο αεροπλάνο. 
   Λοιπόν, τηλεγραφήσανε την θλίψη τους: 
   "Καημένε μπαμπά!" 
   Ο καημένος μπαμπάς, κατήγετο από την Ανατολή. Έπινε ντούζικο και εκτιμούσε πολύ τα φουντούκια και τα καλοφτιαγμένα πόδια των κοριτσιών. 
   Σκεφτόταν να ανοίξει και κατάστημα για χαλιά. 
   Μηχανοποίητα. Έχουν περισσότερη πέραση από τα χειροποίητα και γίνονται τώρα τελευταία σε ό,τι σχέδιο θέλεις. 
   Άλλωστε εκείνοι που πατούν σε χαλιά δεν σκύβουνε να εξετάσουν τι πατάνε. 
   Λένε μόνο: 
   -Σπιταρώνα. Όλο χαλιά. 
   Μέσα στην εκκλησία, εκείνος που λέγαμε έβγαζε λόγο. Του τον είχε γράψει ένας ανηψιός του, τελειόφοιτος της Νομικής, που είχε ειδικότητα στο Κληρονομικό Δίκαιο. Όμως αυτός που έβγαζε τον λόγο, πρώτον δεν μπορούσε να διαβάσει καλά ( πρεσβυωπία ), αλλά δεν φορούσε γυαλιά με κανένα τρόπο και δεύτερον δεν ήξερε και γράμματα. 
   Πάντως, εθαυμάσθη δεόντως γιατί σ' αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που ακούνε δεν προσέχουν τι ακούνε, αλλά λογαριάζουν πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτός ο φλύαρος. 
   Στην πόρτα στηθήκανε κατά σειρά η χήρα, οι τρεις αδερφές με τους συζύγους των, μένανε δύο θέσεις κενές για τα παιδιά που λείπανε στο εξωτερικό και οι παριστάμενοι είχαν κάνει ουρά, που τη βάψανε με θλίψη γκρι φυμέ και, δήθεν, στενάζανε κι αυτοί. 
   Έξω από την εκκλησία. 
   -Τι είμαστε; Ένα τίποτα είμαστε. 
   -Μια κακία μας μένει. 
   -Θα πάτε στον ενταφιασμό; 
   -Ναι, βέβαια... Βρέχει μωρέ... 
   -Και δυνάμωσε ανάθεμά την. 
   Και πήγαιναν στο καφενείο. 
   Τώρα μπορούσαν να φάνε όσα παξιμάδια θέλανε. Παρά το γεγονός ότι τα γκαρσόνια τους είχανε σταμπάρει. 
   Μερικοί επειδή δεν βρίσκανε θέσεις κάνανε τον ακατάδεχτο. 
   Οι δακτυλογράφοι και οι θηλυκές υπάλληλοι, όσες ήταν σε ηλικία αξιοπρεπή, βγαίνανε έξω και πέρνανε ταξί με τσόντα, από τέσσερις δραχμές η κάθε μία. 
   -Εγώ θα κατέβω στο Σύνταγμα. 
   Και ήθελε να δώσει τρισήμιση. 
   Το Διοικητικόν Συμβούλιον ήτανε μούσκεμα. 
   Μαύρο μούσκεμα. 
   Ο Πρόεδρος κοίταζε με τρόπο ποιον θα κάνει αντιπρόεδρο. 
   Η χήρα κοίταζε με τρόπο όλους τους παρισταμένους. 
   Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους εργένηδες. 
   Η βροχή έπεφτε... 

Από το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου "Άνθρωποι και ανθρωπάκια"