Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Η ΚΑΚΙΑ ΜΑΝΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

       Πολλές φορές διαβάζουμε στις εφημερίδες για μάνες, που σκότωσαν τα παιδιά τους. Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό και μέρα, που είναι να δούμε και μια αλλιώτικη μάνα: 

Η μάνα η φόνισσα 

Ο γιος κινάει για γράμματα, μαθαίνει το ψαλτήρι 
κι ο δάσκαλος τον σκόλασε στο σπίτι του να πάει. 
Θέ μου, να βρω τη μάνα μου μαζί με τον αφέντη. 
Βρίσκει τη μάνα κι έπαιζε με τον αργαστηριάρη. 
-Παίχτε το, μάνα, παίχτε το με τον αργαστηριάρη 
το βράδυ να 'ρθει ο αφέντης μου κι αν δεν το μαρτυρήσω 
-Βρε τι 'δες πούστη, τι θα ειπείς και τι θα μαρτυρήσεις! 
-Κείνο που 'δαν τα μάτια μου κείνο θα μαρτυρήσω!
Το χάιδεψε το πλάνεψε, στην κάμαρα το βάνει. 
Χρυσό χατζάρι ετράβηξε κόβει τον Κωσταντάκη 
και τα σηκώτια του έβγαλε στον μάγερα τα πάει. 
-Μάγερε μαγερέψε τα, μάγερε, τηγανίστα 
πέντε νερά τα έπλυνα κι ακόμα αίμα στάζουν. 
Και να κι ο αφέντης πόρχεται με τους καβαλαραίους. 
Φέρνει αλάφια ζωντανά κι αρκούδια σκοτωμένα 
κι ένα μικρό λαφόπουλο να παίζει ο Κωνσταντάκης. 
-Γυναίκα που 'ναι το παιδί και που 'ναι ο Κωνσταντάκης; 
-Τον έλουσα τον άλλαξα και στο σκολειό τον πήγα. 
-Δάσκαλε που 'ναι ο Κωνσταντής και που 'ναι ο Κωνσταντάκης; 
-Τρεις μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω. 
-Γυναίκα που 'ναι ο Κωνσταντής και που 'ναι ο Κωνσταντάκης; 
-Κάτσε να φας κάτσε να πιεις όπου 'ν' κι εκείνος θα 'ρθει. 
Πρώτη μπουκιά που έπιασε πρώτη μπουκιά που πήρε 
και το σηκώτι εμίλησε και το σηκώτι λέει: 
-Αν είσαι Τούρκος φάγε με κι αν είσαι Οβραίος τρώγε 
κι αν είσαι και πατέρας μου σκύψε και φίλησέ με. 
Και το σπαθί του ετράβηξε της κόβει το κεφάλι. 




Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ

Στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδας "Σύγχρονη Σκέψη" μου έγινε η τιμή να αναρτηθούν κάποια ποιήματά μου από την ποιητική συλλογή μου: "Ξερόκλαδα" και οφείλω να ευχαριστήσω και από εδώ τον διευθυντή της εφημερίδας Γ.Ν. Παπαγεωργίου (Ανοβολιώτη), εκ παραδρομής, όμως, το όνομά μου από Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφτηκε Θανάσης Παπαδόπουλος. Έγινα, λοιπόν, κι εγώ θύμα παροράματος γι' αυτό και θυμήθηκα ένα χαριτωμένο κείμενο, που είχε γράψει ο Παύλος Νιρβάνας το οποίο και παραθέτω για να το απολαύσουν και οι φίλοι-αναγνώστες του "Ποιητικού Σταυροδρομιού": 

Ένας παροραματομάχος 


       Τα τυπογραφικά "παροράματα" δεν μπορούν βέβαια ν' αφήσουν αναίσθητον έναν συγγραφέα. Και μάλιστα στην Ελλάδα, όπου έχουν καταντήσει θεσμός, σύμφωνα με το γνωστόν επίγραμμα: 
Κατάλογος συνδρομητών 
και πίναξ εσφαλμένων, 
βιβλίον, σε κατάλαβα 
που είσαι τυπωμένον. 

       Οι καημένοι οι Έλληνες συγγραφείς έχουν, όπως ξέρουμε, δυο δουλειές: Μια να γράφουν και άλλη να συντάσσουν "πίνακας παροραμάτων" σ' εκείνα που έγραψαν. Χωρίς αυτό είναι χαμένοι. Το να περάσουν ως αγράμματοι είναι το λιγότερο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να περάσουν ως ανόητοι, που δεν ξέρουν τι λένε και τι γράφουν. Γιατί ένα τυπογραφικό παρόραμα δεν είναι απλώς ένα λάθος, μια ανορθογραφία, μια ασυνταξία. Αυτά τα παροράματα είναι εντελώς αθώα και ανώδυνα. Έπειτα είναι και σπάνια, γιατί τα διορθώνουν οι διορθωταί των τυπογραφείων, που είναι γυμνασμένο το μάτι τους να τα ανακαλύπτει. Το πραγματικό παρόραμα-και τέτοια είναι τα περισσότερα και τα φοβερώτερα-δεν είναι εκείνο, που δημιουργεί μια ανορθογραφία ή μια δυσανάγνωστη λέξη. Αυτό το μαντεύει ο αναγνώστης και το συγχωρεί. Είναι εκείνο, που αλλάζει εντελώς μια λέξη και το νόημά της, που βάζει μια σωστή λέξη στη θέση μιας άλλης, που δημιουργεί ανοησίες, παραλογισμούς, παρεξηγήσεις εις βάρος του συγγραφέως. Είναι το αγγέλων, που γίνεται αγγείων, το διηγηματογράφος, που γίνεται δημοσιογράφος, το κοινός φίλος, που γίνεται κουτός φίλος-αναφέρω παραδείγματα από προσωπικά μου τυπογραφικά ατυχήματα-και άλλα παρόμοια, αμέτρητα και σατανικά. Πως να μην τα δηλώσει κανείς και να τα αποκηρύξει; Όλοι μας, όσοι τυπώνουμε στην Ελλάδα, ποιος λίγο, ποιος πολύ, βρισκόμαστε διαρκώς σε πόλεμο με τον ύπουλον αυτόν εχθρό. 
       Υπήρξεν όμως ένας άνθρωπος, που όλη του η ζωή στάθηκεν ένας ατέλειωτος πόλεμος κατά των παροραμάτων. Οι παλαιότεροι δεν θα δυσκολευθούν καθόλου να τον μαντέψουν. Ήταν ο παλιός γυμνασιάρχης Νικόλαος Πετρής, άνθρωπος πολύ διαβασμένος και λιγάκι ανόητος. Και ήταν ο πρόθυμος και αυτόκλητος συνεργάτης των περισσότερων εφημερίδων και περιοδικών της εποχής του, με άρθρα και μελέτες, για όλα τα θέματα και μερικά άλλα ακόμα. Διαβάζοντας ό,τι αξιόλογο, κατά τη γνώμη του, εύρισκε σε ξένα περιοδικά και βιβλία, προσπαθούσε, με αξιέπαινο ζήλο, να κρατήσει ενήμερο τον Έλληνα αναγνώστη στην ξένη πνευματική κίνηση. Και έστελνεν απανωτά και αδιάκοπα στις εφημερίδες και τα περιοδικά άρθρα φιλολογικά, ιστορικά, αρχαιολογικά, κριτικά, ανέκδοτα ή απλώς πληροφοριακά, γραμμένα όλα στην πιο ορθόδοξη καθαρεύουσα. Και επειδή τα περισσότερα τα έστελνεν από την επαρχία, όπου υπηρετούσεν ως γυμνασιάρχης και δεν ήταν εύκολο να βλέπει ο ίδιος τυπογραφικά δοκίμια, τα τυπογραφικά λάθη δεν έλειπαν ποτέ από τα δημοσιεύματά του. Αλλά για να πούμε και "του στραβού-δηλαδή του τυπογράφου-το δίκηο", πως να μη γίνουν λάθη σε λέξεις και φράσεις σαν αυτή, που έχω απομνημονεύσει από την αρχή κάποιου άρθρου του;: "Έναγχος ο διφήτωρ Χαμιρλίγγιος, στοιχών τοις παραδείγμασιν κτλ.". Τις περισσότερες φορές τα τυπογραφικά λάθη στα άρθρα του ήσαν περισσότερα από τις λέξεις του κειμένου. 
       Ο καημένος ο Πετρής όμως δεν έχανε το θάρρος του. Με το πρώτο ταχυδρομείο έστελνε στην εφημερίδα ή το περιοδικό τον "πίνακα των παροραμάτων", με την αξίωση να δημοσιεθή αμέσως. Έτσι, ύστερα από κάθε άρθρο του Πετρή, περίμενε κανείς και τα "παροράματα", που δεν έλειπαν ποτέ. Και επειδή και στα παροράματα εγίνοντο νέα λάθη, ακολουθούσαν "παροράματα παροραμάτων". Τα παροράματα του Πετρή είχαν καταντήσει έτσι ένα ιδιαίτερο είδος φιλολογίας πολύ διασκεδαστικό. Και πολλοί αναγνώσται-ίσως κι εγώ ο ίδιος-προτιμούσαν περισσότερο τα παροράματα από τα άρθρα και τα περίμεναν ανυπόμονα. Αυτή η δουλειά κράτησε χρόνια ολόκληρα. Και το κορύφωμά της ήταν ένας "κατάλογος παροραμάτων", που είχε σταλή... τηλεγραφικώς από την επαρχία στη "Νέα Εφημερίδα", αν θυμούμαι καλά, και δημοσιεύθηκε στην "Τελευταία Ώρα", ως τηλεγράφημα. 
       Ο Πετρής απέθανε τέλος απάνω σ' ένα πίνακα παροραμάτων, που ετοίμαζε να στείλει στην εφημερίδα του. Και κανείς δεν μπορεί να πει, ότι δεν απέθανε "επί των επάλξεων". Τα παροράματα όμως τον είχαν καταδιώξει και στον τάφο του ακόμα. Σε μια εφημερίδα του Πειραιώς ο θάνατός του είχεν αναγγελθή με τον τίτλο: "Θάνατος του γυμνασιάρχου Πατρή". Και αυτό στάθηκε το μόνο τυπογραφικό παρόραμα, που δεν διόρθωσεν ο μακαρίτης. Αν υπήρχε συγκοινωνία με τον άλλο κόσμο, θα τηλεγραφούσε χωρίς άλλο: "Αντί Πατρής γράφε Πετρής". 
        Δυστυχώς όμως "εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια", ούτε "ημαρτημένων διόρθωσις".