Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Βιογραφικό Σημείωμα


Γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ –αρχαία Κρήνη- στα παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι ακριβώς στη Χιο. Ο πατέρας του λέγονταν Σιδερής Χονδρουδάκης κι ήτανε ψαρομανάβης. Το «Αγγουλές» το πήρε από παρατσούκλι. Η μάνα του λέγονταν Γαρουφαλιά. Είχε τρεις αδερφές κι ο Φώτης ήταν το στερνοπαίδι.
Στον πρώτο πόλεμο 1914-18 πού έγινε κι ο πρώτος διωγμός των χριστιανών της Μικράς Ασίας, ο πατέρας του φόρτωσε μια νύχτα την οικογένεια του σε καΐκι και την πέρασε απέναντι στη Χιο, για να τη σώσει απ' τη σφαγή.
Τον πρώτο καιρό τούς στεγάσανε σε σχολεία, σε αποθήκες, σε χαλάσματα. Τε­λικά τους εγκατέστησαν στο παλιό Κάστρο.
Στο σχολείο πήγε μέχρι τη δεύτερη τάξη του Δημοτικού, χωρίς κι αυτή να την τελειώσει. Τα γράμματα τάπαιρνε, ήτανε όμως πολύ ζωηρός και μια μέρα πήδηξε απ' το παράθυρο της τάξης του και πια δεν ξαναγύρισε.
Στα 14 του χρόνια διάβασε για πρώτη φορά ένα ποίημα κι ενθουσιάστηκε. Από τότε σκάλιζε χαρτιά και παιδευόταν να ταιριάζει στίχους. Στα 15 πήγε μαθητευόμενος παραγιός σε τυπογραφείο που τυπωνόταν η το­πική   εφημερίδα   «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
Σε λίγα χρόνια έμαθε την τέχνη, γνωρίστηκε και με νέους διανοούμενους κι έβγαλαν το εβδομαδιαίο περιοδικό «ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΑΣ» αλλά σε λίγο καιρό τόκλεισαν.
ΙΙαλικαράκι πια δημοσίευσε στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» μια τσουχτερή σά­τιρα για τον Μουσολίνι. Τον τραβάνε στα δικαστήρια, τελικά αθωώνεται, αλλά από τότε χαρακτηρίζεται σαν αριστερός.
Μη μπορώντας ν' αντέξει την κατοχή φεύγει για την Μ. Ανατολή. Περνά μια νύχτα τον Αύγουστο του 1941 με μια βάρκα απέναντι στον Τσεσμέ κι από κει στη Σμύρνη και στοιβαγμένοι με πολλούς άλλους πάνω σε βαγόνια φτάνουνε στο Χαλέπι της Συρίας μετά Χάιφα-Παλαιστίνη.
Ό Αγγουλές κατατάχτηκε στον Ελληνικό στρατό της Μ. Ανατολής κι απέκτη­σε — όπως λέγαν — την ειδικότητα του στρατιώτη ποιητή.
Αρχές του 1942 αποσπάστηκε στην Ιερουσαλήμ στο τυπογραφείο του Πα­τριαρχείου πού τύπωναν το στρατιωτικό περιοδικό «ΕΛΛΑΣ».
Στα 1942 μετατέθηκε στο Κάιρο και κει γνωρίστηκε με τον Σεφέρη που ήταν προϊστάμενος στο κυβερνητικό γραφείο τύπου. Εκεί παντρεύτηκε μια Αιγυπτιώτισσα ελληνίδα και δημοκράτισσα δασκάλα των Γαλλικών πού λέγονταν Έλλη Κυ-ριαζή κι ήταν απ' το Πήλιο η καταγωγή της. Διατηρούσε μπαρ πού σύχναζαν πολ­λοί έλληνες. Ζήσανε μαζί 4-5 μήνες.
Τον Αύγουστο του 1944 οι Άγγλοι τον πήγαν εξορία στην Ασμάρα, μετά φυ­λακή και απομόνωση στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο κι αργότερα στο Ντεκαμερέ.  Εκεί αρρώστησε και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο του Μαϊχαμπάρ  από κει σαν άρρωστος απολύθηκε. Μετά από διαδρομή άνω Αίγυπτο-Αλεξάνδρεια έφτασε στην Αθήνα και σε λίγες μέρες έφτασε στη Χιο.
Και στη Χίο άμα γύρισε ο Φώτης είχε αρχίσει ο ύπουλος, έπειτα επίσημος διω­γμός των αριστερών. Στη θέση της η χωροφυλακή ορκισμένη απ' τόν καιρό της κα­τοχής, στα πόστα τους μοναρχικοί, μεταξικοί, ως και συνεργάτες των Γερμανών, τώρα συνεργάτες των Άγγλων.
Έπειτα δεν άργησε, την είδαμε πώς φούντωσε σ' όλη την Ελλάδα η δεξιά τρο­μοκρατία, πώς συγκροτήθηκε πάλι αντίσταση στα βουνά, παλιοί και νέοι καπετα­ναίοι και αντάρτες — εμφύλιος πόλεμος. Και στις πολιτείες σκληρός ο παράνομος αγώνας συλλήψεις, δίκες, εκτελέσεις, εξορίες, οι φυλακές δε χωρούνε, ανοίξανε κι άλλες, ανοίξανε στρατόπεδα για ξεφτελισμό και βασανισμό κομμουνιστών και πα­τριωτών Γιούρα, Μακρόνησο. Οι Άγγλοι σύμβουλοι επιστατούνε και διδάσκουνε.
Η μνήμη πληγώνεται όποτε αναπολεί τη φριχτή εποχή, αναζητά την καθαρή σειρά της προδοσίας του Ελληνικού λαού μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο, πώς πλή­ρωσε το πρώτο μεταπολεμικό αντικομμουνιστικό πείραμα των Άγγλων και Αμε­ρικάνων, συνεχίζεται ακόμη. Τα 2 μεγάλα νησιά Σάμο, Μυτιλήνη μέ τό προζύμι του πρώτου βγάλανε και δεύτερο αντάρτικο, το πληρώσανε ακριβά. Κι η άβγαλτη Χίος πλήρωσε ακριβά τους ογδόντα πρωτόπειρους πρωτοπόρους της.
Το 1948 μέσα στις καθημερινές αγωνίες, συλλήψεις και καταδίκες μάθαμε πως είχε πιαστεί ο Φώτης, ήτανε κλεισμένοι μ' έναν φίλο του, Μιχάλη Βατάκη, σε μια στέρνα, φουντάνα, στο χωριό Βροντάδο και τυπώνανε παράνομη εφημερίδα. Τους είχε σωθεί το παξιμάδι κι οι ελιές τους, ένα καλαθάκι, καθώς και τ' οξυγόνο δεν άναβε πια το φαναράκι τους — έπεσε άραγε ρουφιανιά, άραγε ξετρυπώσανε καμιά νύχτα σα μαμούνια να πάρουν αέρα και τους είδε κανένα μάτι, δεν μάθαμε ποτές. Τους κατεβάσανε στη Χώρα και τους πομπέψανε δεμένους, ο κόσμος περίφοβος αλλά και κανένας δεν τους πρόσβαλε. Τους σηκώσανε ύστερα όλους μαζί απ'  τη Χίο, είπανε πώς τους πήγανε στα Γιούρα και κείνος πως βρίσκεται στη Σύρα στο Νοσο­κομείο. Τότε για μας κάθε μετακίνηση ήταν πολύ δύσκολη, όμως πήγε στη Σύρα μια ηλικιωμένη και ψυχωμένη αλληλεγγίτισσα, η κυρά Αντωνία, του συνοικισμού Ζωγράφου. Της είχε πεθάνει μια μοναχοκόρη αντάρτισσα, ο μοναχογιός της στη Μα­κρόνησο, αλλά η καρδιά της βουνό, πήγε τον είδε και μας έφερε νέα του.
Έπειτα μάθαμε πως η δίκη θα γίνει στην Αθήνα, πως κινδυνεύει να δικαστεί σε θάνατο. Τρέξαμε όπου είχαμε γνωριμίες, ελπίδες, τα γνωστά. Είχαν ενδιαφερθεί και αρκετοί Χιώτες, είχε πολλές συμπάθειες. Δικάστηκε 12 χρόνια ειρκτή.
Δε θυμάμαι χρονολογικά τις μεταγωγές του από φυλακή σε φυλακή, τις πέρασε όλες. Στο Ναύπλιο συζητήθηκε η αναθεώρηση του αλλά δεν πήγε ο δικηγόρος και φίλος του.
Στα Βούρλα τον είδα επισκεπτήριο πρώτη φορά, έπειτα στην Κόρινθο, πιο ήμε­ρη φυλακή μας φάνηκε. Με τους σεισμούς του '53 βρέθηκε στην Κεφαλονιά. Πολλοί φύλακες πετάξανε τα κλειδιά, τρέχανε, βγάζανε τους κρατούμενους λοιπόν σε μια πλατεία, οι πολιτικοί αναλάβανε, ορίσανε υπεύθυνους για φρούρηση, σχηματίσανε τετράγωνο. Έλεγε ο Φώτης πως ή γης βούιζε κάθε τόσο και τάραζε σα θάλασσα, κάτι περίψηλα πεύκα τα πετούσε όξω, φαίνουνταν οι ρίζες τους, οι κορφές τους ακουμπούσαν χάμω και πάλι ορθοποδίζανε. Οι άνθρωποι πέφτανε, βαστιούντανε χέρι-χέρι, μερικοί ξερνούσανε, η σκόνη τύφλωνε. Διαδόθηκε τότε με τη θεομηνία ότι κάποιο μέτρο θ' ακουστεί ευεργετικό, ελπίζαμε αλλά τίποτα δεν έγινε, τους μεταφέρανε στην Κρήτη, στην Αλικαρνασσό.
Το '54 τον φέρανε στον Άγιο Παυλο για εγχείρηση του στομαχιού, δεν μπορούσε πια να φάει καθόλου. Μιλήσαμε από κοντά-κοντά στο κρεβάτι του, η διάθεση του καλή κι εδώ «...θα φάω πάλι χταπόδι...» και κουνούσε το λεπτό, λεπτό του χέρι με τεντωμένα τα μαυριδερά του δάκτυλα σα να το παράγγελνε.
Αποφυλακίστηκε το '56, απ' την Κέρκυρα, είχε συμπληρώσει τα 2/3 της ποι­νής του. Έμεινε πάλι στην Αθήνα μερικές μέρες και πήγε στη Χίο.
Πάλι εκεί τον παρακολουθούσε η Ασφάλεια, τον καλούσαν κάθε μέρα, τον φο­βέριζαν, φοβέριζαν τους συγγενείς του και όποιον τον πλησίαζε. Για να υπογράψει δήλωση. Αυτός κάθε μέρα μπροστά τους ατάραχος, το στόμα του κλειστό χωρίς κα­θόλου να το σφίξει, άφωνος. Μάλιστα όταν θόλωσε ο νους του, φέρανε στην Κλινική να υπογράψει ένα χαρτί του ΙΚΑ, τόσο είχε συνήθειο τη βουβή άρνηση, ούτε άπλωσε το χέρι να το διαβάσει, μας κοίταζε και χαμογελούσε κάπως πονηρά, δηλαδή «δε θα με ξεγελάσετε ούτε σεις...», χρειάστηκε μεγάλη διαδικασία για να το υπογράψει μια αδελφή του.
Πολύ τον στενοχωρούσε πως ταλαιπωρούσε κι άλλους άθελα, ίσα-ίσα καλη­μέριζε τη γειτονιά και τραβούσε. Είχε στέκι στο λιμάνι, σε κάτι πολύ φτωχικά τα­βερνάκια, τα περιφρονούσαν κι οι χαφιέδες.
'Εκεί περιζήτητος, τον κερνούσανε, του δίνανε καμιά φορά ψάρι «νά το μεταπουλήσει», γιά χαρτζηλίκι και πάλι το χαρτζηλίκι τούτο έπεφτε στο ρεφενέ για ρακί. Του άρεσε πάντα το πιοτό, τελικά δεν είχε άλλη απόλαυση.
Μερικοί παλιοί φίλοι τον υποστηρίξανε, τον πήρε στο τυπογραφείο του ο εκδό­της της εφημερίδας «Χιακός λαός» έτσι και βρέθηκε με περίθαλψη του ΙΚΑ όταν αρρώστησε. Τύπωσε σιγά-σιγά εκεί με τα χέρια του τη συλλογή «Πορεία στη νύχτα», δική του επιλογή από παλιά ποιήματα καί νέα.
Καλοκαίρι του '63 τον φέρανε σε κλινική στα Μελίσσια, είχε πάθει μολυβδίαση, την ασθένεια των τυπογράφων. Αλλά και το μυαλό του είχε πάθει. Δεν έβγαλε μιλιά όταν με είδε, αν γνώριζε αν δε γνώριζε δεν κατάλαβα, το μάτι του όμως μας παρα­κολουθούσε, θαρρείς μας έκρινε. Μια στιγμή σηκώθηκε, πήγε ως το παράθυρο, ίδια ή περπατησιά του πηδηχτή σαν έτοιμος για χορό. το κεφάλι του τώρα κάτασπρο.
Με τη φροντίδα της ΕΔΑ μπήκε σ' άλλη κλινική ψυχιατρική στο Ελληνικό, εκεί τον περιποιηθήκανε πολύ γιατροί και νοσοκόμοι, μετά 4 μήνες έτρωγε, μιλούσε ομαλά.
Όσον καιρό ήτανε άρρωστος καθισμένη δίπλα του μια αδελφή του, αφήνανε τα σπίτια τους, σύμφωνοι κι οί άντρες και τά παιδιά τους, χάρη του Φώτη, άμετρη, ασυζήτητη αφοσίωση, ανατολίτικη. Έλεγε κάποτε ο ίδιος πως αν ο ένας του σπιτιού δεν είχε ύπνο κι οι άλλοι αγρυπνούσανε «για συντροφιά...».
Δεν του 'λειψε στην πατρίδα, στην προσφυγιά ποτές δα η γυναικεία παρουσία, κοπέλες πρόθυμες, απλές και γραμματιζούμενες λαχταρούσανε την παρουσία του, τον φροντίζανε, τον καμαρώνανε, ζηλεύανε, καρδιοχτυπούσανε, χωρίς και πολλές ελπίδες. Από μέρους του η ανταπόκριση εγκάρδια και άστατη. Ούτε και της γυναί­κας του δε δώσανε άδεια να έρθει απ' την Αίγυπτο, σε κανένα χρόνο πήραν διαζύγιο.
Λοιπόν στο θάλαμο, γύρω απ' το κρεβάτι του όπως στη σκηνή του, στο κελί, πάντα μεγάλη σύναξη και συζήτηση, άδικα μαλώνουν οι γιατροί πώς του χρειάζε­ται ησυχία. Πάνω στο συνήθειο αυτό μια φορά του ξέφυγε «... σε τρώνε ζωντανό... φαίνεται είμαστε για φάωμα...».
Ήρθε μετά 5-6 μήνες πάλι στην κλινική για παρακολούθηση, του βγάλανε και τη σύνταξη απ’ το σωματείο των τυπογράφων. Του προσκολλήθηκε τότε μιαν άρρω­στη και τάχα γιατρεμένη, τάχα γιατρεμένος κι αυτός, της έδωσε λόγο πως θα την πάρει στη Χίο και θα την παντρευτεί. Όμως ανάμεσα κωμωδία και μαρτύριο, μπήκε στη μέση ο θάνατος. Για να την παραλάβει λένε πως έκανε το τελευταίο του ταξίδι.
Μας τηλεφωνήσανε ένα πρωί ότι βρέθηκε νεκρός στο «Κολοκοτρώνη» με το δρομολόγιο από Χίο προς Πειραιά, τη νύχτα 26 προς 27 Μαρτίου 1964, στο διά­δρομο  της τουριστικής.
Η νεκροψία έδειξε πνευμονικό οίδημα. Συμφωνήσαμε πώς έπρεπε να ταφεί στη Χίο, αυτό θα ήθελε και κείνος. Ταριχεύτηκε λοιπόν μέ φροντίδα της ΕΔΑ και στις 30 Μαρτίου τον συνοδέψαμε απ' το Νεκροταφείο στο πλοίο. Το φέρετρό του στ' αμπάρι καταστολισμένο — πάλι αμπάρι σού έμελλε — τον χειροκροτήσανε οι φίλοι στην προβλήτα όπως είναι το έθιμο και τον συνοδέψανε τέσσερις αποσταλμένοι.
Στη Χίο φτάσαμε χαράματα, οι 3 αδελφές του περιμένανε μαυροντυμένες, κι άλλοι δικοί του, τοποθετήθηκε το φέρετρο στη Μητρόπολη, όλο το δρόμο μια θρη­νωδία σιγανή. Ως το μεσημέρι περνούσε ό κόσμος αδιάκοπα, μερικοί απλοί φίλοι του σκύβουνε και του μιλούνε δακρυσμένα «... ήσουνα καλά πού ήφυες...», «...οχ να μη βρεθεί κανείς μας εκεί...».
Η κηδεία επίσημη, μ' έξοδα του Δήμου και μουσική. Μερικοί παραπονέθηκαν — γιατί να μην κάνουνε αυτοί τα έξοδα, λέγανε «... είμαστε φίλοι...», χτυπούσαν το στήθος τους, δείχναν την καρδιά τους, θλίψη αντρίκια ομηρική. Άλλοι λέγανε πώς αν είχε ο Φώτης τα μισά λεφτά που πήγανε στο ξόδι του θα περνούσε πλούσια ένα χρόνο. Στο τέλος μερικοί κοντινοί αρπάξανε το φέρετρο στα χέρια και τον κατεβάσανε στον τάφο. Η άνοιξη κι ο ήλιος της λάμπρυνε τα σωριασμένα στέφανα και τα σκυμμένα κεφάλια εκεινών που μείνανε πίσω δε φεύγανε.

(Από το βιβλίο της Έλλης Παπαδημητρίου «Φώτης Αγγουλές», Κέδρος 1975).


 Εργογραφία: «Αμαβασιά» (η νύχτα, αμέσως μετά τη χάση του φεγγαριού), «Πορεία μέσα στη νύχτα» (1958), «Κραυγές στον ήλιο» (1938), «Φωνές» (1943), «Φλόγες του δάσους» (1946), «Φουτσιγιάμα» (1962), «Μενεξέδες» (1938), «Οπτασίες στην έρημο» (1943), «Εντελβάις» (1946).

Αναδημοσιεύουμε την εργασία ανώνυμου συντάκτη από το blog: Λογοτενχία και Σκέψη: Φώτης Αγγουλές: Ο αγράμματος ποιητής: 

Ο Φώτης Αγγουλές υπήρξε ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής και ένας ακόμη μεγαλύτερος αγωνιστής της ζωής και της κοινωνίας . Η ζωή του χαρακτηρίζεται από την προσφυγιά , την πείνα και την φτώχεια και τις πολιτικές φυλακίσεις.

Γεννήθηκε το 1911 στο Τσεσμέ της Μικράς Ασίας από οικογένεια ψαράδων. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Χονδρουδάκης.
Το πλούσιο ποιητικό του έργο μεταφράστηκε στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και σε άλλες πολλές χώρες , το 1934 μας προσφέρει τη πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο :«Αμαβασιά» , ακολουθούν οι συλλογές «Κραυγή στον ήλιο», « Μενεξέδες», «Εντελβάϊς». Στη Μ. Ανατολή εκδίδει τις συλλογές «οπτασίες στην Έρημο», « φλόγες του δάσους», «Φωνές» και με την αποφυλάκιση του το 1958, μετά από μια μεγάλη περίοδο διωγμών από το επίσημο ελληνικό κράτος, τις συλλογές « πορεία μέσα στη νύχτα»  και « Φουτσιγιάμα».
Το 1918 και σε πολύ μικρή ακόμα ηλικία ήρθε ως πρόσφυγας με την οικογένεια του και έζησε στην Χίο , κατά τους διωγμούς των ελλήνων , τους οποίους ακολούθησε η μικρασιατική καταστροφή .
Ήταν η εποχή εκείνη που σ’ εκείνο το τόπο , για πολλά χρόνια , ο κόσμος ήξερε μόνο να κλαίει , να μοιρολογά και να θάβει τους νεκρούς– πράγμα που σημάδεψε την παιδική του ηλικία και επηρέασε απόλυτα την προσωπικότητα του.
Η οικογένεια του ήταν πάμπτωχη και έτσι έζησε για πολλά χρόνια μέσα στην απόλυτη πείνα.
Η ανάγκη να δουλεύει από μικρό παιδί για να μπορεί να συνεισφέρει κυριολεκτικά μια μπουκιά ψωμί και αυτός στην οικογένεια του και ο ατίθασος χαρακτήρας του δεν του έδινε περιθώρια για μια φυσιολογική ζωή , όλη την μέρα παλεύει στην τράτα , πουλάει ψάρια ή ξενυχτάει δουλεύοντας πάνω σε κάσες του τυπογραφείου.
Έτσι δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το δημοτικό.
Όπως αναφέρει και ο φίλος του Γ.  Σιδέρης στο βιβλίο που έχει γράψει για την ζωή και το έργο του Φ. Αγγουλέ: «Τα βράδια γυρνά στο φτωχικό του, ψόφιος απ’ την κούραση. Χωρίς χαρά, με συντροφιά του μόνο , τις θύμησες , τα ονείρατα και τ’ αναμμένο κερί που αχνοφέγγει το δράμα του τα’ ατέλειωτο».
Όμως η ανάγκη του για τη ζωή και το πάθος για τα γράμματα (τα οποία είχε στερηθεί) τον οδηγεί μέσα στις δυσκολίες . Διαβάζει μόνος του τις νύχτες στη βιβλιοθήκη«Κοραής» της Χίου , για να καλύψει τα κενά της βασικής εκπαίδευσης.

Αργότερα ζητά από τον διευθυντή της βιβλιοθήκης και το πετυχαίνει , να μπορεί να κοιμάται μέσα στην βιβλιοθήκη για να μπορεί να έχει φώς και να διαβάζει περισσότερες ώρες!
Μόλις μαθαίνει τα πρώτα γράμματα αρχίζει να γράφει στίχους «σαν ξέσπασμα της ψυχής του και του νου του». Αυτή είναι και η πρώτη του περίοδος ποιητικής δημιουργίας που αρχίζει με ποιήματα έντονης μοιρολατρίας , σαν την Αμαβασιά (το γέμισμα του φεγγαριού) και άλλα…
«Νύχτιο Πανόραμα! Στου νου την υπνοφαντασία,
Ούδε νεράιδα, ούδε στοιχειό τέτοια νύχτα έχει πλάσει,
Ούτε φτερού φρουφρούλισμα στη δεντροφυλλωσιά,
Μηδέ κυμάτου φλίφλισμα γρικάς στ’ ακροθαλάσσι.
Κι όραμα μέσα σ’ όραμα γλυκό, η αμαβασιά
Του φεγγαριού, με χλωμό φώς τη γής π’ απαλοραίνει
Τέτοιο, που ξεγελιέται ο νους στη μαύρη προδοσία
της Μοίρας , π’ όλο πιο σφιχτά με την ζωή σε δένει...
Τι θ’ απογίνει κάθε τι που βλέπεις μη σκεφτείς
Κι ας είναι ψέμα κι ας σβηστεί… ψέμα και εσύ όπως είσαι
Γίνου στη φύσης το Ναό πιστός προσκυνητής
Κι όσο στον πόνο σου δε ζείς , μεσ’ τη χαρά της ζήσε!
Η εποχή του μεσοπολέμου είναι δύσκολη. Πάνω από τους ανθρώπους και τους λαούς κρέμεται το φάσμα ενός άγριου πολέμου , που άρχισαν να προετοιμάζουν ξαφνικά οι φασιστικές δυνάμεις , όπου με την απάτη και την τρομοκρατία έχουν καταλάβει την εξουσία σε αρκετές χώρες.
Ο πόλεμος ξεσπά και ο ποιητής όπως και όλοι υπόλοιποι αηδιάζει από την φασιστική χολέρα που έχει πνίξει πλέον και την Ελλάδα.¨
«Καταραμένη νύχτα» ονομάζει την περίοδο της κατοχής και οραματίζεται παθιασμένα την απελευθέρωση της πατρίδας και μας διηγείται μέσα από τους στοίχους του , εικόνες αυτής της ιστορικής περιόδου, δίνοντας έμφαση στους χιλιάδες νεκρούς που πέσανε από τις σφαίρες τον φασιστών :
Ο ΔΡΟΜΟΣ
Ας μην ήρθατε πίσω,
Κι ας μη φτάσατε πουθενά.
Ο δρόμος μας αρχινά,
Από κει που ο δικός σας τελειώνει.
Μέσα στο κάτασπρο χιόνι,
Μια ματωμένη γραμμή τον δρόμο μας δείχνει,
Ας ρίχνει σκοτάδι τριγύρω η νύχτα , ας ρίχνει…
Ακολουθούμε πιστά τα ματωμένα σας ίχνη.
Στα χρόνια της Κατοχής, έφτασε στη Μέση Ανατολή και κατατάχθηκε εθελοντικά στα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα που σχηματίστηκαν εκεί. Για την αντιφασιστική δράση του, φυλακίστηκε από τον αγγλικό στρατό και την ελληνική αστική κυβέρνηση του Καΐρου σε φυλακές της Παλαιστίνης και στη συνέχεια κλείστηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην αφρικανική έρημο.

Η ζωή στο «σύρμα»... όπως αποκαλεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης... είναι μια φυλακή για χιλιάδες παλληκάρια , που ήρθαν να πολεμήσουν για να βγει απ την σκλαβιά η χώρα τους και οι Άγγλοι τους φυλάκισαν για να γνωρίσουν και την δική τους την σκλαβιά…
Το 1945 επέστρεψε στη Χίο συμμετέχοντας πλέον ενεργά στην αντίσταση .
Το 1948 πιάστηκε γιατί τύπωνε τον παράνομο Τύπο του ΔΣΕ και καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλακή. Αποφυλακίστηκε το 1956 από την Κέρκυρα.
Κατά την περίοδο αυτή το ποιητικό του έργο είναι τεράστιο .
Μέσα από τους στοίχους του μας περιγράφει με τον μοναδικό τρόπο που αυτός είχε , τα ιστορικά γεγονότα του εμφυλίου και ειδικά τις κακουχίες των φυλακισμένων ανταρτών.
Πέθανε στην Αθήνα στις 28 Μάρτη 1964 και η σωρός του μεταφέρθηκε στην μοναδική πατρίδα που του χάρισε η μοίρα , στην Χίο .
Οι στίχοι του παραμένουν ριζοσπαστικοί και διαχρονικοί ειδικά σε αυτές τις εποχές που ζούμε , οι οποίες θυμίζουν σε πολλά τις μαύρες μέρες της κατοχής.
Το απόσπασμα που ακολουθεί όπως και όλα τα παραπάνω είναι από το βιβλίο «ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ» του Γιώργου Σιδέρη φίλο του Φώτη Αγγουλέ με ποιήματα από την φυλακή!
 Προσπαθήστε συνάνθρωποί,
Να τους καταλάβετε
Τους χιονάνθρωπους.
Μας μισούνε γιατί,
Ξέρουνε πώς θα βγει ο ήλιος,
Ότι είναι φτιαγμένο με χιόνι,
Θα λιώσει….
Σελ. 175 «οι χιονάνθρωποι»
…άβουλος μη σταθείς στιγμή μπρός στη ζωής τη στράτα…
… Τίποτα- Τίποτα σε εσάς δεν έχουν δώσει
Όσοι σοφοί κι αν πέρασαν και παντογνώστες και μεγάλοι.
Ποιον περιμένετε να έρθει; Ποιον καρτερείτε να σας σώσει;
Εσείς οι ίδιοι, με τα χέρια σας
Με το μυαλό σας, με την πράξη,
αν δεν αλλάξετε τη μοίρα σας,
ποτέ της δεν θα αλλάξει….
Σελ.180 «Αλλάξτε την μοίρα σας»
…άκου τον σκλάβο πώς βογγά
Άκου τον κόσμο πώς στενάζει,
Κάτι πεθαίνει μέσα του, κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει….Σελ.194 
«Μείνε φτωχός»
…Οι φτωχές μας καλύβες σηκώνουνε τις μεγάλες πατρίδες
Κι οι καλοί πατριώτες
Τεχνουργούν για τα χέρια μας δυνατές αλυσίδες.
Αν  πονούμε μας δείρανε όμοια οχτροί κι ομοια φίλοι
Κι αν το λέμε, αν το ξέρουμε
Της ζωής το τραγούδι, απ’ του χάρου τα χείλη…
Σελ. 173 «Τεχνίτες»
  
Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα αντιπροσωπευτικά ποιήματα: 

Μην καρτεράτε 


Κι εφέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει
κι άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύροι γύρω μου ίσκιοι.

Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι χαρά που μού `χεις λείψει

μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη.

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή

μητ’ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι
έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει.

Μια θλίψη 


Να ‘μαι ξανάρθα πίσω
κι έχω τραγούδια να σας πω πολλά, 
μα πριν σας τραγουδήσω, 
πού είν’ τα κρίνα; Πού είν’ τα γιασεμιά;
Έχω μια θλίψη να κοιμίσω.


Μπιρ Χακίμ 


Αντιφασίστες Έλληνες το προσκλητήριο να γενεί
χωρίς κανένα σάλπισμα με σιγανή φωνή.

Τα ελληνικά σαλπίσματα αντιφασίστες σαλπιστές
για τους νεκρούς του Μπιρ Χακίμ γνώριμα τόσο πού `ναι
μέσα σ’ αυτή την έρημο δεν πρέπει ν’ ακουστούνε
μη σηκωθούνε κι οι νεκροί συντρόφοι μας και τρέξουνε
γιατί δεν πρέπει ο βωμός της Άγιας Του θυσίας
τόπος εξορίας πως έγινε να δούνε.

Μην τύχει και ξυπνήσουμε μέσα στην άναστρη βραδιά
τους Έλληνες συντρόφους μας που γαληνά κοιμούνται
αγκαλιασμένοι αδελφικά με τους φρουρούς του Μπιρ Χακίμ
του ήρωα γαλλικού λαού αθάνατα παιδιά.


Ναγκασάκι 


Ε, Τσάρλυ, τραβήξου από τον ήλιο.
Σήμερα, έπεσε η Ατομική...
Σήμερα, στα λιμάνια, 
οι σωματέμποροι και οι πορτοφολάδες
μπορούν να περηφανεύονται
που δεν έγιναν Εφευρέτες...
Σήμερα
θα μπορούσε να λέει στην προσευχή της, 
μια πόρνη:
"Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ, 
που δε γέννησα...".


Στον καλλιτέχνη 

Δημιουργία δεν είναι αυτή που δεν την σφράγισε ο πόνος. 

Τι τάχα κι αν εχάραξες στην πέτρα τα όνειρά σου; 
Τεχνίτη δεν σου τάτριψε σε ψιλή σκόνη ο χρόνος; 
Αυτή είν' η μοίρα σου, ποιητή, δημιουργέ, θεούς να φτιάχνεις 
κι αν οι θεοί σου είναι θνητοί το θάρρος σου μη χάνεις. 
Πάρε πηλό από τη ζωή και φτιάξε το είδωλό σου 
και δώστου από το αίμα σου και δώστου απ' την καρδιά σου 
και δώστου από τον πόνο σου να ζήσει κι ετοιμάσου, 
ειδωλολάτρη, αν χρειασθεί, μαζί του να πεθάνεις. 

ΠΗΓΕΣ: http://www.sarantoskargakos.gr, http://logotexnia-ch.blogspot.gr, Ανθολογία Μιχαήλ Περάνθη.