Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΓΩΓΟΥ

Το παρακάτω άτιτλο ποίημα, ενώ είναι πολύ έξυπνο και δυνατό δεν έχει γίνει γνωστό και ανήκει στην πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Γώγου: 

Αυτός εκεί 
ο συγκεκριμένος άνθρωπος 
είχε μια συγκεκριμένη ζωή 
με συγκεκριμένες πράξεις. 
Γι' αυτό και 
η συγκεκριμένη κοινωνία 
για το συγκεκριμένο σκοπό 
τον καταδίκασε 
σ' έναν αόριστο θάνατο.

Από την ποιητική συλλογή "Τρία κλικ αριστερά" 

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ "ΚΡΥΜΜΕΝΟ" ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ. 

Σαν το ’φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου». 
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ 

       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος. 
Τα κυριότερα έργα του είναι: 
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις. 
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992. 
3) Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997. 
4) Η εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999. 
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001. 

     Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" συνεχίζοντας το αφιέρωμα στον Δημήτρη Λιβιεράτο δημοσιεύει σήμερα ένα ακόμα διήγημά του: 

Από την τράπεζα και πέρα... 

       Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου κοντά 12 το μεσημέρι η Βούλα μπήκε στην τράπεζα της γειτονιάς. Σούφρωσε τα μούτρα της σαν είδε τη μεγάλη ουρά στα ταμεία. Κόλλησε στο τέλος λέγοντας: 
-Τι είναι πάλι τούτη η συμφορά; Και πως περιμένουμε τώρα; 
-Δυστυχώς πρέπει να κάνεις υπομονή, απάντησε το μπροστινό μισογούνινο καπέλο με το δερμάτινο γείσο. 
-Μα που βρέθηκαν όλοι τούτοι σήμερα; 
-16 του μηνός πριν τα Χριστούγεννα. Δώρο και σύνταξη. 
       Μούτρο αξύριστο, μαυριδερό, του τριανταπεντάρη. Κουρασμένο, αλλά με προσμονή και υπομονή. Μάτια κάπως ανοιχτά κοίταζαν αόριστα. 
-Και πως θα προλάβω τις δουλειές μου; Γκρίνιασε πάλι η Βούλα. 
-Θα σηκώσεις λεφτά; Της είπε πάλι το καπέλο. 
-Όχι καημένε. Να δώσω θέλω. Με στέλνει το αφεντικό μου 2-3 φορές τη βδομάδα κι ύστερα την κοπανάω λίγο να κάνω τις δουλειές μου. Πρώτη φορά βλέπω τόσο κόσμο και δεν θα προλάβω. 
-Τι να κάνεις αφού δεν μπορείς αλλιώς; 
-Μωρέ ας μην είχα τα λεφτά μαζί μου και θα σούλεγα. Του μίλαγε σαν να γνωριζόντουσαν από καιρό. 
-Δε βαριέσαι. Θα πούμε καμιά κουβέντα να περάσει η ώρα. Οι δουλειές ποτέ δεν τελειώνουν. Οι άνθρωποι τελειώνουν. 
-Καλά που είσαι και φιλόσοφος για παρηγοριά. 
-Όχι μωρέ. Αλλά τι να κάνω, είπε πάλι ο Γιώργης. Αν μπορούμε ας κάνουμε κι αλλιώς, είπε γυρίζοντας. 
        Τότε την κοίταξε καλύτερα. 28-30 φαινόταν κουρασμένη κι αυτή. Το πρωινό βάψιμο κάπως ξεφτισμένο, αλλά ωραία χαρακτηριστικά. Τα μαλλιά κάπως ξεχτένιστα δεμένα με κορδέλα, ουρά αλόγου. Ψηλόκορμη, καλοφτιαγμένη, ρούχο περιποιημένο. 
        Ταλαιπωρημένος φαίνεται, σκεφτόταν η Βούλα. Αλλά καλό ανθρωπάκι. Όχι σαν κάτι πονηρούς που αμέσως βρίσκουν ευκαιρία να ρίξουν κάτι πόντους. 
        Βήμα-βήμα προχώραγαν κι έλεγαν διάφορα κοινά της καθημερινής ζωής. Έτσι αποσπασματικά, χωρίς ειρμό και συνέχεια, αλλά σαν παλιοί γνώριμοι. 
-Με λένε Γιώργη. Που δουλεύεις; 
-Σ' ένα εργοστάσιο εδώ κοντά. Εσώρουχα, παιδικά και τέτοια. Με γνωρίζει καλά η γυναίκα του αφεντικού και με εμπιστεύονται. Γι' αυτό μου δίνουν τα λεφτά να φέρω στην τράπεζα. Και τα χαρτιά τα πάω αύριο το πρωί. Δεν φοβώνται να τα πάω αμέσως. Έτσι βολεύομαι κι εγώ λίγη ώρα πιο νωρίς. Τελειώνω πιο γρήγορα να κάνω και τίποτε άλλο. Του τα είπε όλα έτσι πολύ φυσικά. 
        Συνήθως ευχάριστη κοπέλα, αλλά δεν ξανοιγόταν εύκολα με τον καθένα. Άλλωστε σήμερα όλοι κάτι ζητάνε στα γρήγορα. Αυτός της φαινόταν κάπως αδιάφορος σ' αυτά. Έτσι συγγενικός. 
-Κι εσύ τι κάνεις; Πως εδώ τέτοια ώρα; Δεν δουλεύεις; 
-Μωρέ δουλεύω και πολύ. Αλλά τέλειωσα για σήμερα. Σε μια αντιπροσωπεία βιομηχανίας και παραδίδω ηλεκτρικά "κατ' οίκον" που λένε. Κουζίνες, ψυγεία, φούρνους, αερόθερμα, ανεμιστήρες και τέτοια. Ξέρεις μισθό, αλλά και κάτι βγάζουμε από το χαμαλίκι. 
-Καλά και πως τα κουβαλάς μόνος σου σε πάνω πάτωμα; 
-Να σου πω πρώτα ήταν δύσκολα. Οι συσκευές σιδερένιες και βαριές. Έπρεπε να είμαστε δυο. Τα τελευταία χρόνια ελαφρύτερα, ξέρεις, πολλή λαμαρίνα. Το κανονικό ψυγείο το παίρνω στα χέρια. Αν είναι κάτι πιο βαρύ μου δίνουν κάτι λεφτά να παίρνω κάποιον από τη γειτονιά κάθε φορά. Δίνω ένα χιλιάρικο και βοηθάει. Αλλά εδώ που τα λέμε τις περισσότερες φορές βρίσκεται κάποιος άντρας στο σπίτι, συνήθως τ' απογεύματα. Δίνει κάνα χεράκι. Έτσι μου μένουν κι αυτά. Σήμερα για να πάρω το μισθό, ο διευθυντής δεν είχε μετρητά και μου έδωσε επιταγή. Έτσι στάθηκα κι εγώ στη σειρά. 
        Είχαν κιόλας πλησιάσει στα ταμεία. Πρώτα ο Γιώργης, δίπλα η Βούλα. Κάπως την περίμενε στην πόρτα και βγήκανε μαζί. 
-Να παρ' η ευχή, λέει η Βούλα. Άργησα και τι να μαγειρέψω τέτοια ώρα; Πάλι ξερά θα φάω. 
-Μόνη σου είσαι στο σπίτι; 
-Ναι. Η μάνα μου παρακάτω, αλλά δε θέλω να τη φορτώνω. 
-Ρε Βούλα κι εγώ εργένης είμαι και έχω ταράξει το σουβλάκι. Δεν πάμε για κάνα λαδερό. Είναι ένα εστιατόριο εδώ κοντά. 
-Και δεν πάμε; Βαρέθηκα πια την ξεροφαγία και τα ψιλοκρέατα. 
          "Που πάω", είπε μέσα της. "Που τον ξέρω;" "Δεν τον έχω ξαναδεί". Εκείνος προχώρησε και κείνη δεν μπόρεσε να κάνει πίσω. Άλλωστε δεν φαινόταν άγριος. 
          Μπήκαν μέσα κι ο Γιώργης προχώρησε κοντά στο γυαλί της βιτρίνας. 
-Μ' αρέσει το φως της ημέρας. Εκείνες οι σκοτεινές γωνιές με πλακώνουν. Να βλέπουμε και λίγη πρασινάδα. Πράγματι το εστιατόριο έβλεπε σε ένα μικρό τετράγωνο κήπο της γειτονιάς. 
          Παραγγείλανε λαδερά, φέτα. 
-Θα πιεις μπύρα; Μόνος μου δεν μπορώ όλη τη μπουκάλα. Και μεσημέρι μάλιστα. 
-Θα πιω κι εγώ λίγο. 
          Η κουβέντα πήγαινε απαλή, όμορφη, ήρεμη. Για τους καθημερινούς καημούς. Μικροπράγματα. Τι συγκλονιστικό νάχουν δυο μεροκαματιάρηδες να διηγηθούν; 
          Η ώρα πέρασε. 
-Καλά κάτσαμε, είπε αυτός. Σε καθυστέρησα. Θάχεις και τις δουλειές σου. Αλλά φχαριστήθηκα παρέα. Όμορφα να τρως και να λες καμιά κουβέντα. Όλο στο σιωπηλό μου την έχει δώσει. Πάμε με την παρέα το βράδυ, αλλά άλλο να μιλάς και μ' ένα κορίτσι τρώγοντας. 
          Σηκώθηκαν, στάθηκαν στο πεζοδρόμιο, κάπως αμήχανα. Χωρίς να το καταλάβει η Βούλα του είπε: 
-Γιώργη έλα για ένα καφέ, εδώ κοντά στο σπίτι. Κάπως ακατάστατα είμαι, αλλά για λίγο. 
-Ρε Βούλα ευχαριστώ. Ευγένειά σου. Αλλά είμαι ένα μάτσο χάλια. Αισθάνομαι βρώμικος να μπω στο σπίτι σου. Ξέρεις από δουλειά βαριά. Αν ισχύει όμως νάρθω αύριο και με πολλή χαρά. 
-Έγινε. Αύριο τ' απόγευμα. 
          Πράγματι έγινε. Και το Σάββατο τ' απόγευμα δεν τέλειωσε ποτέ.