Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ



Ενα συγκλονιστικό όσο και διαχρονικό ποιημα του Αζίζ Νεσίν. 
Απαγγέλει η Μαριέτα Ριάλδη

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!....

ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ 

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΟΒΑΝΗ

Μας ήρθε μια καινούργια εργάτρια 



Μας ήρθε μια καινούργια εργάτρια.
Είναι 16 χρονών κι οι ώρες της ζωής της
θα γίνουν σκληρά μεροκάματα.
Την έφερε ο πατέρας της ωραία και ντροπαλή,
σαν να την πήγαινε περίπατο στη θάλασσα.
Κορδέλες στα μαλλιά και πηδήματα…
Θα φτιάχνει 40.000 κουτιά τη βδομάδα,
για να μπορεί ν’ αγοράσει ένα φουστάνι
με τριαντάφυλλα κι ανεμώνες.
Τώρα μπορούν να τη φωνάζουν οι φίλες τις Κυριακές.
Μας ήρθε μια καινούργια εργάτρια,
είναι 16 χρονών κι άφησε τη γειτονιά της,
τ’ ανυπόμονα διαλείμματα του σχολείου της,
για να σηκώνεται χαράματα νυσταγμένη
πεζοπορώντας να φυτοζωήσει.
Σήμερα φέρτε μια χειραψία απ’ τον κόσμο της,
μην ταραχτεί και μας πεθάνει
κάτω από τ’ άψυχα βογκητά των μηχανών 
μια μικρή εργάτρια 16 χρονών. 

 
Ο χειρότερος θάνατος

 
Όσοι γλίτωσαν,
από τις σφαίρες του πολέμου,
τα βασανιστήρια, τις εξορίες
και την αβάσταχτη πείνα,
βρήκαν -οι πιο πολλοί!-
χειρότερο θάνατο.
Τα ονόματά τους:
Στο κοιμητήρι του χρήματος.

Η Κυριακή των νεοσυλλέκτων 

Της τό 'χα γράψει: 
Την Κυριακή να ρθεις στην πύλη 
και να φωνάξεις τ' όνομά μου. 
Κώστας Κοβάνης, πρώτος λόγος, δευτέρα διμοιρία. 

Δε θα μπορούσες να με γνωρίσεις, 
μέσ' στη φαρδιά στολή του φαντάρου 
την ηλικία της οιμωγής θα ξεχώριζες. 
Πρώτα θα σού 'γνεφα μ' ανησυχία 
και τ' όνομά σου θα προσπαθούσα 
να σώσω, πριν μου το πάρουν λυγμοί. 
Ταραγμένος από στοργή 
θα σ' αγκάλιαζα και συ φοβισμένη 
θα με ρωτούσες αν είμαι καλά, 
αν δυο κουβέρτες φτάνουν να μη κρυώνω, 
αν μπορώ να σε θυμάμαι πια... 

Στα τείχη του στρατοπέδου σκαρφαλωμένοι 
ζηλεύουμαι τους τελευταίους επισκέπτες που φεύγουν. 
-Την άλλη Κυριακή θα ξαναρθούμε, την άλλη... 
Στο λόχο, στο λόχο, στο λόχο, ο σαλπιγκτής. 
-Στη μάνα μου πέστε πως υγιαίνω... 
Στο λόχο, στο λόχο, στο λόχο, ο σαλπιγκτής. 
Στο ξίφος του σκοπού 
η Κυριακή των νεοσυλλέκτων 
σβήνει τα τελευταία της χρώματα, 
σαν τις γλυκές φωνές που σβήστηκαν και πάνε... 

...Της το 'χα γράψει, συνάδερφε: 
την Κυριακή να ρθεις στην πύλη 
και να φωνάξεις τ' όνομά μου. 
Κώστας Κοβάνης, πρώτος λόγος, δευτέρα διμοιρία.