Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ

 
Γιάννης Νεγρεπόντης Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή, πεζογράφου και στιχουργού Γιάννη Ξυνοτρούλια  που γεννήθηκε στη Λάρισα, το 1930, όπου έζησε ως τα οκτώ του χρόνια, οπότε ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα. Ο Γιάννης Νεγρεπόντης άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί στις 22 Σεπτεμβρίου 1991, στο νοσοκομείο «Ιπποκράτειο» όπου νοσηλευόταν χτυπημένος από θανατηφόρο καρκίνο. Ήταν 61 χρόνων. 

Η ζωή του

Σπούδασε αρχαιολογία στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (λόγω πολιτικών φρονημάτων δεν αξιοποίησε ποτέ επαγγελματικά το πτυχίο που πήρε) καθώς και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Ροντήρη, τον Βεάκη, τον Σιδέρη (αλλά ούτε κι αυτές τις σπουδές αξιοποίησε επαγγελματικά). Συνεργάστηκε με περιοδικά και εφημερίδες όπως και με την ΕΡΑ. Μετά το 1967 ασχολήθηκε με τη συγγραφή στίχων για τραγούδια.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1949 δημοσιεύοντας διήγημά του στο περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, που εξέδιδε ο Σπύρος Μελάς, με το ψευδώνυμο Γιάννη Νικολάου. Αργότερα άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης με το ψευδώνυμο Τζων. Μέρος του αρχείου του βρίσκεται στο ΕΛΙΑ. Η πρώτη του ποιητική συλλογή έρχεται αργότερα, το 1958. Είναι το «Πρόσωπα και χώρος», όπου υπογράφει με το ψευδώνυμο Νεγρεπόντης, με το οποίο καθιερώνεται. Υπήρξε αριστερός, την 21η Απριλίου 1967, συλλαμβάνεται και εξορίζεται για τρία χρόνια, στη Γυάρο και τη Λέρο.
Καταπιάστηκε και διακρίθηκε σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου: ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, τραγούδι, κριτική, δοκίμιο, χρονογράφημα, σάτιρα, ευθυμογράφημα, παιδικά, ραδιοφωνικό σχόλιο. Τραγούδια του έχουν μελοποιήσει οι Μίκης Θεοδωράκης, Χρήστος Λεοντής, Λίνος Κόκκοτος και άλλοι. Από τους πρωτοπόρους της «πολιτιστικής επανάστασης» της δεκαετίας του '60, έγινε ευρύτερα γνωστός και αγαπητός με τα τραγούδια του «Το ακορντεόν» (που τελειώνει με το σύνθημα «δεν θα περάσει ο φασισμός») και «3ος παγκόσμιος» που μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος. Ο ίδιος μελοποίησε τα αντιρατσιστικά «Νέγρικα», που τραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη. Ήταν τα τραγούδια που έγιναν αρχικά γνωστά από τις μπουάτ και πέρασαν και τραγουδήθηκαν -απαγορευμένα πια- από στόμα σε στόμα, στα χρόνια της δικτατορίας.
Η ικανότητα του Νεγρεπόντη να περνάει μηνύματα, χωρίς να είναι κραυγαλέος και ευκαιριακός, καταφάνηκε και στα κατοπινά χρόνια με τα «Μικροαστικά» και τα «Μαθήματα πολιτικής οικονομίας» -πολυτραγουδισμένα επίσης- που έντυσε μουσικά ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Τα «Μικροαστικά» γνώρισαν επιτυχία και ως σατιρικό θεατρικό έργο. Ένα ακόμη ποιητικό έργο, το «Φυλάττειν Θερμοπύλας», που έγραψε εξόριστος στη δικτατορία, έχει μελοποιήσει στο μεγαλύτερο μέρος τους, υπό μορφή ορατορίου, ο Χρήστος Λεοντής.

 

Στην εξορία

Την 21η Απριλίου 1967 ο Γιάννης Νεγρεπόντης συλλαμβάνεται και παραμένει εξόριστος στη Γυάρο και τη Λέρο (Παρθένι) τρία χρόνια. Εκεί γράφει το «Φυλάττειν Θερμοπύλας», που βγάζει έξω παράνομα και μοιράζει σε φίλους, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, η γυναίκα του Αργυρώ. Το ίδιο κυκλοφόρησε και στα γερμανικά, σε μια θαυμάσια έκδοση με χαρακτικά του μεγάλου Κρις Χάμπερ.
Ευαίσθητος, παρατηρητικός, οξύτατος, διεισδυτικός, καίριος, με χιούμορ λεπτό αλλά καταλυτικό και επιπλέον άριστος γνώστης της ελληνικής, ο Γιάννης Νεγρεπόντης είχε μια συνεχή διακριτική παρουσία στην πνευματική μας ζωή, χωρίς ποτέ να εκμεταλλευτεί ή να «αξιοποιήσει» την ιδεολογία του -και σίγουρα είχε πολλά ακόμη να προσφέρει, αν δεν έφευγε πρόωρα. Είχε εκτός των άλλων την ικανότητα να βλέπει πέρα από την εποχή του, πράγμα που φαίνεται κι από τους ακόλουθους προφητικούς στίχους, από το «Φυλάττειν Θερμοπύλας»:
«Πολλά μας βρήκαν/ και τα χειρότερα/ απ' τα μέσα/ Τ' απόρθητα κάστρα/ τα μεγάλα/ ποτέ δεν πέφτουν/ απ' τα έξω/ το λάλον ύδωρ/ απερίσκεπτα/ αφήσαμε να χαθεί».

Εργογραφία:


Συνάντηση. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 2002. Σελ.: 27.

Λίγο μετά τη σιωπή. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 2001. Σελ.: 59.

Πρόσωπα και χώρος. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 2000. Σελ.: 85.

Καθημαγμένοι. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 1999. Σελ.: 86.

Μικροαστικά. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 1999. Σελ.: 156.

Φυλάττειν Θερμοπύλας. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 1999. Σελ.: 29.

Δεκαπέντε παραμύθια. Αθήνα, Κέδρος, 1996. Σελ.: 118.

Είμαι Έλλην, το καυχώμαι. Αθήνα, Καστανιώτη, 1993. Σελ.: 205.

Ο φίλος μας ο Αίσωπος. Αθήνα, Κέδρος, 1990. Σελ.: 95.

Οι κατσαρίδες ποτέ δεν πεθαίνουν. Το πούπουλο. Αθήνα, Αίολος, 1986. Σελ.: 82.

Ο γάμος, η διαθήκη και οι έρωτες. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1981. Σελ.: 214.

Ο κύριος Χι. Αθήνα, Αστάρτη, 1981. Σελ.: 174.

Ο Φλιτ πάει κρουαζιέρα. Αθήνα, Κέδρος,

Άλλα έργα

Ιφιγένεια, 1961
Δωρήματα, 1963
Άδιον ουδέν έρωτος, 1971
Τα καράβια της Αργυρώς, 1976
Τραγούδια νέγρικα, απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας, μεγαλοαστικά, χιουμοριστικά, λαϊκά το τσίρκο, 1976
Οι μπόμπιρες, 1979
Φεμινιστικά, 1981
Περσεφόνη, 1986
Ορέστης πυρπολούμενος, 1992
Έγκλειστοι, 1965
Ο καθρέφτης και άλλες πρόζες, 1973
Ένας μπόμπος πολύ αριστερός, 1980
Το διπλανό δωμάτιο, 1982
Κάτω από ένα κουνουπίδι, 1981

 ΠΗΓΕΣ: ΕΚΕΒΙ, ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
 
Κάνιστρο εκλεκτής Ποίησης


Πέντ' έξι εργάτες ήρθαν το πρωί
νομίσαμε για την πλατεία
μα ήταν για τον ανδριάντα
που είχαν έλθει.
( Πότε εκείνες οι πατάτες
οι λόγοι- ο εμετικός αυτός βερμπαλισμός
η επισημότης- σαν να 'τανε χτες...)

Ως το μεσημέρι το βάθρο μόνο
χωρίς σκοπό και δίχως σημασία
αν η ματαιότητα σιωπηλά κι αθόρυβα
δε 'ρχόταν να στηθεί
και με το σαρδόνιό της γέλιο
τις πιο απίθανες μοναχικές μας ώρες
να μας ανησυχεί.




Ακορντεόν

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έπαιζε τ' ακορντεόν
όταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος
φωτιές στα χέρια του άναβε τ' ακορντεόν

Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ' άλλα
κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν
φασιστικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα
και μια ριπή σταμάτησε τ' ακορντεόν

Τ' αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει
όποτε ακούω από τότε ακορντεόν
κι έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει
δε θα περάσει ο φασισμός


Προαίσθηση

Κάποτε σαν δυο ξένοι θα δίνουμε τα χέρια
κι όλη αυτή η πυρκαγιά
θάναι: τα περασμένα
οι μέρες που περάσαμε μαζί
σχεδόν μια ιστορία τρίτων

Κανένας ποτέ δε γλιτωσε απ' το χρόνο.

Καταλαβαίνεις τώρα
γιατί κάθε στιγμή μου είμαι αληθινός,
γιατί κάθε στιγμή μου θέλω νάναι αληθινή.
 
                                                      
 
        Κολλήγα γιος

Κολλήγα γιος του παππού μου ο παππούς,
κολλήγα γιος του παππού μου ο πατέρας
κι ο παππούς μου κολλήγας κι αυτός.

Και μονάχα εγώ, του πατέρα μου γιος,
ένα κλήρο είχα, λίγα στρέμματα βιός.

Η δουλειά στα χωράφια σκληρή,
ντελικάτος εγώ μα ξύπνιος,
τα χωράφια χτυπάω στο σφυρί
και στην πόλη ό,τι βγει, είμαι αστός.

Τα λεφτά απ’ τα χωράφια μι’ αρχή,
ένας γάμος ως προίκα καλός,
μια χαρά πήγε το μαγαζί,
είμαι πια ένας αστός, σεβαστός.

Και μονάχα εγώ, του πατέρα μου γιος,
είμαι πια ένας αστός,
είμαι πια ένας αστός,
είμαι πια ένας αστός,
είμαι πια καθεστώς.

Μακριά από την πόλη 

Μακριά απ’ την πόλη σε μια συνοικία
έχω δικά μου τρία δωμάτια,
χολ και κουζίνα, καλά όλα κι άγια,
ησυχία, τάξη κι ασφάλεια.

Δική μου δουλίτσα με μια βιοτεχνία,
μήνα το μήνα δίχως κασάτια,
τα φέρνω στα ίσια, καλά όλα κι άγια,
ησυχία, τάξη κι ασφάλεια.

Καλά τα ‘χω μ’ όλους,
εμπόρους κι εφόρους
δεν θα πεινάσει η οικογένεια,
που λέει ο λόγος καλά όλα κι άγια,
ησυχία, τάξη κι ασφάλεια.

Ο γάμος 

 
Σε δυο πανέρια οι μπουμπουνιέρες
κι οι ανθοδέσμες στην σειρά
η νύφη μόνο δεκαεννιά
και του γαμπρού οι μέρες μετρημένες.
Η νύφη μόνο δεκαεννιά
και του γαμπρού οι μέρες μετρημένες.

Ο γάμος έμοιαζε κηδεία
όταν σταθήκαν’ στην σειρά
κουμπάρος, σόι και λοιπά
στη σκάλα για να βγουν φωτογραφία.

Κρίμα, το κοριτσάκι, κρίμα
τι κάνει τ’ άτιμο το χρήμα.

 Ο γέρο νέγρο Τζιμ 

Ο γέρο νέγρο Τζιμ
σ’ ολόκληρο το Χάρλεμ.
Ε ! γέρο νέγρο Τζιμ
κορνέτα δεύτερη δεν είχε σαν κι εσένα.
Κορνέτα δεύτερη δεν είχε σαν κι εσένα.

Ο γέρο νέγρο Τζιμ
σε βρώμικο χαντάκι.
Ε ! γέρο νέγρο Τζιμ
τώρα η κορνέτα πιο δυνατά ουρλιάζει.
Τώρα η κορνέτα πιο δυνατά ουρλιάζει.

Μέσα στη νύχτα ούρλιαζε η κορνέτα,
λευκοί και νέγροι δίνανε τα χέρια.
Ε ! γέρο νέγρο Τζιμ
γιατί να καίν’ στο νότο τη σοδειά
όταν πεινάν στο κόσμο τα παιδιά.
Ποιοι και γιατί σκοτώσανε το Τζων
τι θέλουν τα παιδιά μας στο Βιετνάμ.

 Τρίτος Παγκόσμιος 
 
Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς.
Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τανκς.
Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς δουλεύαν στον Μπράουν, στον Φίσερ, στον Κραφτ.
Ο Μπράουν, ο Φίσερ, ο Κραφτ αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τραστ.

Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς ανέμελοι δούλευαν πάντα στα τανκς.
Ποτέ τους δεν διάβασαν Μαρξ. Ιδέα δεν είχαν για τραστ και για κραχ.
Ο Μπράουν, ο Φίσερ, ο Κραφτ χωρίσαν σε Μπράουν, σε Φίσερ, σε Κραφτ.
Ο Μπράουν, ο Φίσερ, ο Κραφτ εχθροί τάχα γίναν, διαλύσαν το τραστ.

Και πριν μάθουν τι είπε ο Μαρξ στρατιώτες τους πήραν, στον πόλεμο, παν.
Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς σαν ήρωες έπεσαν κάτω απ' τα τανκς.
Ο Μπράουν, ο Φίσερ, ο Κραφτ σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ.
Ο Μπράουν, ο Φίσερ, ο Κραφτ ξανάσμιξαν πάλι και φτιάξανε τραστ.
 

Κι αν συ λευκός, νέγρος εγώ

 Όσο η σιωπή είναι χρυσός

τόσο του νέγρου ο ιδρώς

για το λευκό είν' θησαυρός
Στράφι του νέγρου ο θυμός
 
Καιρός το παραμύθι να τελειώνει
Τη δύναμή μας ο λευκός να νοιώσει
Ν' ακούσει της οργής μας την κραυγή
 
Λευκέ, θέλω κι εγώ να ζήσω
κι αν 'συ λευκός, νέγρος εγώ
άνθρωπος, ίσος με ίσο
 
Καιρός το παραμύθι να τελειώνει...
 

Η πόρνη η Τζέιν

 

Από τραπέζι σε τραπέζι
τ' αηδόνι η Τζέιν η νέγρα
Ελπίζει κάποτε να γίνει
στο Μπρόντγουει, η Τζέιν, η χρυσή φωνή
 
Τους ύμνους της φυλής της λέει
μα πιότερο σ' αυτούς αρέσει
που η μαύρη Τζέιν στο κρεβάτι κλαίει
 
Από κρεβάτι σε κρεβάτι
η πόρνη η Τζέιν η νέγρα
Ελπίζει τύχη να 'χει απόψε
Όποιος και να 'ναι
Η Τζέιν είναι η πιο φτηνή
 
Τους ύμνους της φυλής της λέει...
 
 
 

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

       Την Παρασκευή 4/10/2013 το blog ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ έκλεισε ένα χρόνο από την ημέρα δημιουργίας του.
        Στον ένα χρόνο ζωής του το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" δημοσίευσε:
        Α: Ποιητές των δεκαετιών '50, '60 και '70 με εκτενή αφιερώματα και πιο συγκεκριμένα τους: Μανώλη Αναγνωστάκη, Θωμά Γκόρπα, Κατερίνα Γώγου, Πάνο Θασίτη, Μιχάλη Κατσαρό, Γιώργο Καφταντζή, Κώστα Κοβάνη, Θανάση Κωσταβάρα, Κλείτο Κύρου, Τάσο Λειβαδίτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, Θωμά Μάρα, Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου, Μάρκο Μέσκο, Γιώργη Μανουσάκη, Μάριο Μαρκίδη, Γιώργο Μαρκόπουλο, Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο, Τάσο Πορφύρη, Θόδωρο Σκουρλή, Γιάννη Υφαντή και Αργύρη Χιόνη.
        Β: Ένα ποίημα του Κώστα Βάρναλη, που μέχρι τη δημοσίευσή του στο "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" δεν είχε κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο.
        Γ: Ποιητές, που παρά το ότι είχαν αξιόλογο έργο δεν έγιναν γνωστοί και δεν έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο όπως: Βασίλης Αγγελής και Θόδωρος Τρουπής.
       Δ: Δύο επιστολές του Μάριου Μαρκίδη στον ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο
       Ε: Κριτικές του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου για τους ποιητές Μιχάλη Κατσαρό και Βύρωνα Λεοντάρη.
      Ζ: Αφιέρωμα στο λογοτεχνικό έργο του ιστορικού Δημήτρη Λιβιεράτου.
      Η: Δημοσίευση ιστορικής ραδιοφωνικής εκπομπής για την εργατική ποίηση. 
      Σε αυτόν τον ένα χρόνο με όλες τις δυσκολίες, που συνάντησα και τις όποιες ατέλειες, πιστεύω πως η προσπάθεια ήταν αποτελεσματική αν κρίνω από τις πάνω από 5.000 επισκέψεις στο Blog, αριθμός, που μου δίνει την ώθηση να συνεχίσω αυτή την προσπάθεια με ακόμα περισσότερο υλικό και νέες δημοσιεύσεις.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ




Βιογραφικό

Ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης και σπούδασε Ιταλική φιλολογία στο Άμστερνταμ. Από το 1982 μέχρι το 1992 εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις Βρυξέλλες. Το 1992 εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας μέχρι και τον αιφνίδιο θάνατό του τον Δεκέμβριο 2011. Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Εργογραφία

Ποίηση:

Ό,τι περιγράφω με περιγράφει: ποίηση δωματίου. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010. Σελ.: 94. ISBN: 978-960-336-580-8

Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000. Αθήνα, Νεφέλη, 2006. Σελ.: 620. ISBN: 960-211-789-3

Στο υπόγειο. Αθήνα, Νεφέλη, 2004. Σελ.: 79. ISBN: 960-211-705-2

Τότε που η σιωπή τραγούδησε: και άλλα ασήμαντα περιστατικά. Αθήνα, Νεφέλη, 2000. Σελ.: 66. ISBN: 960-211-511-4

Ιδεογράμματα: Χαϊκού και Τάνκα. Θεσσαλονίκη, Τα Τραμάκια, 1997. Σελ.: 26. ISBN: 960-7757-12-2

Ο ακίνητος δρομέας. Αθήνα, Νεφέλη, 1996. Σελ.: 70. ISBN: 960-211-295-6

Εσωτικά τοπία. Αθήνα, Νεφέλη, 1991. Σελ.: 93. ISBN: 960-211-456-8

Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη. Αθήνα, Υάκινθος, 1986. Σελ.: 78.

Λεκτικά τοπία. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. Σελ.: 97.

Τύποι ήλων. Θεσσαλονίκη, Εγνατία-Τραμ, 1978. Σελ.: 77.

Μεταμορφώσεις. Αθήνα, [χ.ε.], 1974. Σελ.: 40.

Σχήματα απουσίας. Αθήνα, Αρίων, 1973. Σελ.: 46.

Ποιήματα των καιρών: ποιητικός στοχασμός. Αθήνα, [χ.ε.], 1973.

21 Απριλίου 1967: ποιήματα. Αθήνα, [χ.ε.], 1967.

Απόπειρες φωτός. Αθήνα, Δωδεκάτη Ώρα, 1966.


Πεζογραφία:

Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Αθήνα, Κίχλη, 2008. Σελ.: 127. ISBN: 978-960-98390-3-7

Περί αγγέλων και δαιμόνων. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2007. Σελ.: 218. ISBN: 978-960-336-293-7

Όντα και μη όντα. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2006. Σελ.: 120. ISBN: 960-336-184-4

Τα τρία μαγικά παραμύθια. Αθήνα, Πατάκης, 1997. Σελ.: 35. ISBN: 960-600-464-3

Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς, Αθήνα, Πατάκης, 1995. Σελ.: 45. ISBN: 960-360-528-Χ

Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα. Αθήνα, Αιγόκερως, 1981. Σελ.: 46.


Θέατρο:

Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες: ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός: αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του. Αθήνα, Κίχλη, 2009. Σελ.: 80. ISBN: 978-960-98390-4-4

ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ

 Επίγραμμα

Ω, πόσο ήταν ωραίος
έτσι, φιλημένος απ' το θάνατο,
λίγο μετά από το σπασμό,
λίγο πιο πριν από τη σήψη.
Κλειστά τα μάτια
και μισάνοιχτα τα χείλη του,
λίγο μετά από το σπασμό,
λίγο πιο πριν απ' το τσιγάρο
που τόσο είναι επιθυμητό
ύστερ' από τον έρωτα.



Χέρια
Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.



Το ωραίο καλοκαίρι
 

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Μια κάτασπρη τουρίστρια τα `φτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απ’ το τοπίο
τώρα οι δικοί της την αναζητούν μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν, του φάγαν την καρδιά

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι, φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει, τι περίμενε, τι περίμενε
κανείς δεν ξέρει

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο
κανείς δεν ξέρει
ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
κανείς δεν ξέρει


Χάι κου 

Σκίτσο ο κόσμος και
ανελέητη ο θάνατος
γομολάστιχα


Τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.


Άτιτλο 

Η ποίηση πρέπει να ‘ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ‘χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου


 Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη

 Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις πως δεν χρειάζεται ωκεανός  για να πνιγείς. Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ένα κουταλάκι του γλυκού.
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται. Ας είναι γλυκός και ανόνειρος. Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.