Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ θα δημοσιεύσει ορισμένα διηγήματα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχουν δημοσιευτεί πουθενά άλλου μέχρι σήμερα. Σήμερα δημοσιεύουμε το δεύτερο διήγημα:






ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟ 

    
     Από χτες Παρασκευή βράδυ ήταν λιώμα.
     Γύρισε περίπου τρεις από τη δουλειά στο σπίτι. Τουλάχιστον είχε αυτό το πλεονέκτημα να εργάζεται μόνο μέχρι τις τρεις. Αλλά το σπίτι είχε πάντα πολύ δουλειά. Τον άντρα της το Νίκο που ερχόταν μετά τις έξι, μια κόρη στο Λύκειο κι ένα γιο στην τελευταία του Γυμνασίου. Κανείς δεν βοηθούσε την Ελένη που προσπαθούσε να κρατήσει ένα αξιοπρεπές, καθαρό σπίτι.
     Μόλις ήρθε, άρχισε να μαζεύει τα πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα που είχαν μείνει στο τραπέζι. Έβαλε πλυντήριο, άλλαξε τα κρεβάτια, έσφιξε τη βρύση του ντους που έτρεχε. Μια κατσαρόλα με φασολάκια για τα παιδιά το βράδυ. Αυτή και ο Νίκος, όπως κάθε Παρασκευή θα έβγαιναν με την παρέα. Πολύ κουρασμένη, ποθούσε ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι. Αλλά δεν γινόταν. Ο Νίκος ήθελε την παρέα. Άλλα τρία-τέσσερα ζευγάρια και οι δυο τους είχαν, σχεδόν, καθιερώσει την έξοδο της Παρασκευής.
      Γύρισε ο Νίκος. Ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Βρήκε κι αυτή την ευκαιρία να ξαπλώσει. Πήγε οκτώ κι ο άντρας της πρώτος στο λουτρό να ομορφύνει για την έξοδο.
     Σε καμιά ώρα έτοιμος κι άρχισε τα τηλέφωνα. Που θα πάνε. Τέλος, ύστερα από συνενοήσεις, αποφάσισαν μια ταβέρνα που είχε βρει ο Βαγγέλης στου Ρέντη. Μαγίρευε ωραίο μπακαλιάρο πλακί με κρεμμύδια και σκόρδα. Ένα φαγητό που κανείς δεν έφτιανε στο σπίτι.
    Εν τω μεταξύ η Ελένη στο μπάνιο κι από πίσω πιέζαν τα παιδιά. Είχαν κι αυτά παρέες και έξοδο. Όπως πάντα μικροκαυγάδες. Ποτέ η Ελένη δεν είχε άνεση, ελεύθερη ώρα για την τουαλέτα της. Όλα βιαστικά, με το ζόρι, κάποιος να πιέζει την πόρτα. Στον πατέρα τους δεν τολμούσαν, αλλά στη μαμά όλα επιτρεπτά. Άσε που μετά έπρεπε να μπει να καθαρίσει το σταύλο που άφηναν τα παιδιά.
     Τέλος, κατά τις δέκα ξεκίνησαν. Χαρές, φιλιά που βρέθηκαν τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες. Τα συνειθισμένα αστεία και με δυο αμάξια τράβηξαν για του Ρέντη.
     Σχεδόν τα καθιερωμένα, όπως κάθε Παρασκευή και σε όλες τις μεσαίες ταβέρνες της Ελλάδας. Η συζήτηση να σέρνεται. Συνήθως οι άντρες μαζί, οι γυναίκες τα δικά τους. Όσο πέρναγε η ώρα, η Ελένη αισθανόταν πιο βαρειά. Ήθελε το κρεβάτι της. Την πλημμύριζε η κούραση. Πέρασαν τα μεσάνυχτα κι έλεγε τώρα θα φύγουν κι εκείνη την ώρα ζωντάνεψε η συζήτηση σε ψηλούς τόνους. Ο Βαγγέλης, αναζητητής της ψυχολογίας, συγκρουόταν με τον Χαρίλαο που δεν πίστευε σε πολλά πράγματα. Έτσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η συζήτηση τράβηξε μέχρι τη μιάμισυ. Κάπως επαναστάτησαν οι γυναίκες που βαριόντουσαν αυτές τις τόσο συχνά σαχλές κόντρες. Τέλος, σερνάμενη από κούραση, η Ελένη, έπεσε ώρα δυόμισυ στο κρεβάτι.
     Το πρωί όλοι οι άλλοι είχαν απεριόριστη κρεβατική παραμονή. Αυτή έπρεπε να σηκωθεί πιο νωρίς, να μαζέψει το σπίτι, να ετοιμάσει το φάγητο για το Σάββατο μεσημέρι. Συνήθως ήταν η μόνη μέρα που τρώγανε ακόμα μαζί και ήθελε να την διατηρήσει. Κρέας για κεμπάπ και ρύζι για συμπλήρωμα. Συγχρόνως, να απλώνει τα ρούχα, να πατάει σίδερο, να ζεσταίνει το γάλα, τον καφέ, για τον κάθε αργοπορημένο που σηκωνόταν.
     Η κούραση δεν έλεγε να φύγει. Αλλά δούλευε μηχανικά. Χρόνια τώρα τράβαγε αυτή η ζωή. Έλεγε: Θα μεγαλώσουν τα παιδιά λίγο να την ξεκουράσουν. Όλα γίναν χειρότερα με το να τραβάει ο καθένας το σκοινί του, όπως, το θεωρούσε δικαίωμα, αλλά πάντα κάποια Ελένη τα πλήρωνε.
     Το μυαλό της δούλευε και δεν δούλευε. Μαζί με τη δάφνη, τα γαρύφαλλα, το σκόρδο, έβαλε και δυο φλούδες κανέλλα. Ενώ έβραζε το φαγητό, αυτή σιδέρωνε και τότε το θυμήθηκε. Λάθος έκανε. Αντί μπαχάρι και μπόλικο πιπέρι, είχε ρίξει κανέλλα. Όλοι είχαν συνηθίσει τα πικάντικα και τώρα το φαΐ θα γλύκαινε. Όμως, ήταν ήδη αργά. Το ήξερε ότι θα την ειρωνευόντουσαν, άλλος θα άφηνε το πιάτο του στη μέση κι αυτή ψόφια στην κούραση ν' ακούει και παράπονα. Δεν είπε, όμως, τίποτα. Δεν μπορούσε πια να αλλάξει φαγητό. Κατά τις δύο μαζεύτηκαν στο τραπέζι. Είχε προλάβει να ξαπλώσει κανά μισάωρο, να δει την εφημερίδα, να κλείσει μια στιγμή τα μάτια. Ο Νίκος βοήθησε λιγάκι στο τραπέζι κι αυτή άρχισε να σερβίρει το ρύζι στα πιάτα κι από πάνω το κεμπάπ που πράγματι γλύκαινε μυρωδάτο από κανέλλα.
     Παράξενο, όμως. Αντί να ακούσει σχόλια, όλοι έτρωγαν με περισσή όρεξη. Πήραν δεύτερη φορά έτσι που το βράδυ θα έπρεπε κάτι άλλο να ετοιμάσει. Τουλάχιστον, γλύτωσε τις ειρωνίες και τα σχόλια. Τα παιδιά σηκώθηκαν αφού έφαγαν γερά και χωρίς παράπονα αυτή τη φορά. Εκείνη συνέχιζε ακόμα τις τελευταίες μπουκιές.
-Μπράβο σου Ελένη. Πολύ ωραίο το κεμπάπ με ρύζι. Πολύ πετυχημένο. Τότε την έπιασαν τα κλάματα. Απόρησε εκείνος.
-Καλά γιατί κλαις τώρα; Όλοι είπαμε ότι είναι πολύ ωραίο το φαγητό. Σκούπισε τα μάτια της.
-Κλαίω από χαρά. Ξέρεις, έχω και εγώ ανάγκη ν' ακούω έναν καλό λόγο. Όλοι σας απάνω μου. Δεν κάνω παράπονα. Αλλά κάπου σπάω. Εσύ έρχεσαι σχεδόν πάντα κουρασμένος. Νευριασμένος, ούτε με προσέχεις και μου ρίχνεις καμπανιές. Παρασκευή, Σάββατο να δούμε φίλους, συγγενείς. Πάντα κουρασμένοι, με άγχος. Ξενυχτάμε και δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε. Η κόρη μου μεγάλωσε και νομίζει τα ξέρει όλα. Ξεπορτίζει με κάτι γελοίους κι όταν λέω κάτι με βρίζει για καθυστερημένη. Μια φορά με είπε αποτυχημένη ή κατσίκα. Ο γιος μας ζει σε απέραντη βρώμα. Δεν είναι αυτό δωμάτιο με όλα τα βρώμικα παντού. Ξαπλώνει στις κουβέρτες με τα παπούτσια όπως έρχεται. Άσε πια εκείνο το δάχτυλο. Όπου περνάει, πατάει ράδιο, πικάπ, σιντί, κασέτες με όλα τα σκουπίδια που τινάζουν τα νεύρα στο θόρυβο. Εσύ δεν βλέπεις, ούτε ακούς. Εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου. Καλά, ας πούμε, μισή μέρα, αλλά έχω και τους τρεις σας να με ζουλάτε, να με προσβάλετε. Πες μου, τι να κάνω; Θέλω κι εγώ μια κουβέντα. Ένα λόγο που λύνει τα νεύρα. Να μπορώ να είμαι και καλύτερα μαζί σας.
     Την κοίταζε κατάπληκτος. Την άκουγε με προσοχή, όλη την ώρα κι όλο γούρλωναν τα μάτια του. Μόλις η Ελένη τέλειωσε, σηκώθηκε. Πήγε πάνω από τους ώμους της. Την αγκάλιασε και έκατσε κοντά της.
-Ποτέ δεν νόμιζα ότι ήταν τόσο σοβαρό. Ελένη μου, δεν καταλάβαινα. Πίστευα ότι εσύ μπορείς όλα να τα καταφέρεις. Είσαι τόσο σπουδαία.
Νίκο μου, κάνω ό,τι μπορώ, αλλά θέλω βοήθεια. Σε θέλω να μιλάμε, να λέμε τις καθημερινές βλακείες του σπιτιού μας. Να είμαστε κοντά σε όλα. Δεν ζητάω σπουδαία πράγματα.
-Ελένη μου, με συγχωρείς. Δεν κατάλαβα ο ηλίθιος. Πάντα πιστεύω σε σένα. Όταν λέω τα παράπονά μου είναι γιατί με πρεσάρουν απέξω. Σε έχω αραξοβόλι.
-Όχι, Νίκο μου. Θα λυγίσω. Θα σπάσω. Μαζί να κάτσουμε. Να μιλάμε για τα παιδιά. Με πρίζουν. Έχουν τα δικά τους προβλήματα. Όλα τόσο δύσκολα και γι' αυτά. Αλλά δεν φταίω εγώ. Και όταν διαμαρτύρονται μπαίνεις στη μέση σαν ανεξάρτητος. Όχι, εγώ σε θέλω μαζί μου. Μαζί να είμαστε, να περάσουμε τις δύσκολες ωρές τους. Κι αυτά θα σκοντάψουνε, θα χτυπήσουν, θα πέσουν, θα πονέσουν. Να είμαστε μαζί να τα στηρίξουμε. Αν φαινόμαστε χωριστά, θα περάσουν μέσα μας και θα σπάσουν. Δεν καταλαβαίνουν. Είναι στην εποχή που νομίζουν να παίξουν στις διαφωνίες μαμάς-μπαμπά. Νίκο, κάτσε κοντά μου, πες μου μια καλή κουβέντα, να περάσουμε μαζί τα δύσκολα χρόνια.
-Ελένη, παράτα τα όλα τώρα. Βάλε μια ζακέτα, όπως είσαι και πάμε στο καφενείο του πάρκου μια βόλτα. Θα μιλήσουμε για όλα.
-Μα, Νϊκο μου, το απόγευμα είχες συνάντηση με συναδέλφους για δουλειές. Κι εγώ έχω τόση δουλειά στο σπίτι.
-Άστους όλους. Σήμερα, Σάββατο, θα κάτσουμε μαζί και θα σε βοηθήσω για το σπίτι. Κι οι δουλειές δεν τελειώνουν, θα τους εξηγήσω την άλλη φορά.
     Άφησαν ένα σημείωμα στα παιδιά ότι είχαν κάπου να πάνε και φεύγουνε. Δεν ξέρουν τι ώρα θα γυρίσουν.
     Έτσι όπως ήταν με τα πρόχειρα του σπιτιού αμολήθηκαν. Ούτε αμάξι, τίποτα, με τα πόδια. Περπάτησαν, μίλησαν, ήπιαν καφέ, περπάτησαν πάλι. Τόσο ήρεμοι οι πεζόδρομοι του κέντρου της Αθήνας, Σάββατο απόγευμα. Ακόμα και με τις χαρτόκουτες των μαγαζιών στους δρόμους για σκουπίδια.
     Μίλαγαν-μίλαγαν, πιάστηκαν πάλι χέρι-χέρι. Σουρούπωνε. Φάγανε σε μαγέρικο της Πλάκας. Οι δυο τους. Μόνο οι δυο τους κι ο κόσμος όλος. Τα βήματα τους πήγαιναν στο λόφο έτσι που βρέθηκαν αγκαλιασμένοι να βλέπουν το φεγγάρι σε ένα παγκάκι του Φιλοπάππου.


    

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

 
Ο Γιάννης Υφαντής γεννήθηκε στη Ραΐνα Αγρινίου το 1949. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, αρχαιολογίας και αστρονομίας.

Ποιητής και μεταφραστής, συνεργάστηκε με ελληνικές και ξένες εφημερίδες: "Το Βήμα", "Τα Νέα" , "Ελευθεροτυπία", "Αθηναϊκή", "Αραμπάς", "Eλ Σάρκ ελ Αουσάντ", "Il sole -24 ore", "Le journal des poetes", κ.α. Επίσης, έχει συνεργαστεί με όλα σχεδόν τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και αρκετά ξένα όπως "Τemenos", "Ρacific Quarterly", "Foot Ρrint", "Αegean Review, "Νοσταλγία Λιτερατούρα", "Ηora de Ρoesia", "Ίμπντα", "Sapriphage", "Ορφεύς" της Σόφιας, "Λετερατούρα" ("Lettre Internasionale" της Σόφιας), "Βeneen", "Εcriture", "Journal of Literature and Aesthetics", κ.α., καθώς και με τα ακριτικά περιοδικά "Πόρφυρας" (Κέρκυρα) και "Ακτή" (Κύπρος). Επίσης, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Κρατικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης, ως υπεύθυνος των εκπομπών "Ελληνική και παγκόσμια ποίηση" και "Κατά βάθος το θέμα είναι ένα".

Από το 1977 μέχρι το 2009 εκδόθηκαν τα βιβλία του: "Μανθρασπέντα", ποιήματα, 1977, "Μυστικοί της Ανατολής", 1980, 1989· νέα, πληρέστερη, έκδοση 2000 (μεταφράσεις Σούφι, Ινδουιστών, Ταό και Ζεν ποιητών), "Αρχαία Έδδα", 1983 (μετάφραση της αρχαία ισλανδικής Έδδας που περιλήφθηκε, αργότερα, στο βιβλίο του "Ο κήπος της ποίησης"), "Ο καθρέφτης του Πρωτέα", ποιήματα, 1986, "Αθανάτου μνήμης σημεία" (ποιητικα φιλοσοφικά δοκίμια για τον Οιδίποδα και το Μαντείο των Δελφών), 1987, "Ποιήματα κεντήματα στο δέρμα του διαβόλου", ποιήματα, 1988, "Ναός του κόσμου", ποιήματα, 1997, "Ο κήπος της ποίησης", 2001 (4.000 χρόνια ξένης ποίησης), "Αρχέτυπα", 2001 (συνθέσεις από φωτογραφίες, ζωγραφιές και χειρόγραφη ποίηση), "Το ιδεόγραμμα του φιδιού", 2003 (φιλοσοφικά δοκίμια, συνεντεύξεις, θρύλοι και η ερμηνεία τους, όνειρα και η ερμηνεία τους, πραγματικά περιστατικά, μηνύματα στο κινητό), "Έρως ανίκατε μάχαν", ποιήματα, 2004, "Οι μεταμορφώσεις του Μηδενός", εκδ. Άγκυρα, 2006· β' έκδοση, εκδ. ΑΧ, 2009 (όλες οι ποιητικές συλλογές μαζί με τα ανέκδοτα ποιήματα σ' έναν τόμο). Είναι υπό έκδοση η ανθολογία του "Στις αμμουδιές του Ομήρου" (3.000 χρόνια ελληνικής ποίησης).

Ποιήματά του μεταφράστηκαν κυρίως στα ιταλικά, βουλγαρικά, αγγλικά, γαλλικά, αραβικά, φινλανδικά, αλλά και στα ρωσικά, ισπανικά, σλαβομακεδονικά, κινεζικά, σερβικά, κουρδικά, εβραϊκά και γερμανικά. Παρουσίασε το έργο του σε φεστιβάλ του εξωτερικού (Αίγυπτος, Φινλανδία, Κύπρος, Γαλλία, Βουλγαρία, Γερμανία, Αλγερία κ.ά.), σε γυμνάσια και λύκεια στη χώρα μας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σε πνευματικά κέντρα και γκαλερί της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της περιφέρειας.

Το 1995 τιμήθηκε στο Κάιρο με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη. Το 1997, στο πλαίσιο της Θεσσαλονίκης Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, ο σκηνοθέτης Χρίστος Αρώνης παρουσίασε το ντοκιμαντέρ "Πυρ Αείζωον", πάνω σε κείμενά του, έχοντας ως πρωταγωνιστές τον ποιητή και την κόρη του Αριάδνη. Το καλοκαίρι του 2002 εκδόθηκε από τις εκδόσεις "Βουρκαριανή" Κέας, το βιβλίο "Αλέκτωρ ο Εράσμιος", μ' ερωτικά ποιήματα του Γιάννη Υφαντή κι ερωτικές ζωγραφιές (χαλκογραφίες) του Γιώργου Σταθόπουλου. Τον Νοέμβριο του 2005 στο Bormes les Mimosas της Κυανής Ακτής, κατασκευάστηκε από τη γλύπτρια Marie-Jose Armando, το πήλινο βιβλίο "Μάσκες του τίποτε/ Masques du Neant", σε 7 αντίτυπα, στα ελληνικά και στα γαλλικά. Τον Μάρτιο του 2009, κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική εταιρεία Λύρα το CD, διάρκειας 73 λεπτών, "Ο Γιάννης Υφαντής διαβάζει Υφαντή".

Πριν από τρία χρόνια, ο Γιάννης Υφαντής, αφού έζησε για 32 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του (διαμένει πια στη Ραΐνα Αιτωλίας και στη Λευκάδα).

Για περισσότερα εργοβιογραφικά στοιχεία για τον Γιάννη Υφαντή βλ. Αλέξης Ζήρας, "Υφαντής Γιάννης", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007, σελ. 2246-2247, και στην προσωπική ιστοσελίδα του ποιητή: www.yfantis.gr.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

Ποιητικές συλλογές:
«Μανθρασπέντα», εκδ. Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1977
«Ο καθρέφτης του Πρωτέα», εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη, 1986
«Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου», εκδ. Ρόπτρο, Αθήνα, 1988
«Ναός του Κόσμου», εκδ. Δελφίνι, 1996
«Αρχέτυπα» (συνθέσεις από φωτογραφίες, ζωγραφιές και χειρόγραφη ποίηση), εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη, 2001
«Έρως ανίκατε μάχαν», εκδ. Μελάνι, Αθήνα, 2004
«Οι μεταμορφώσεις του μηδενός» (συγκεντρωτική έκδοση που περιλαμβάνει και ανέκδοτα ποιήματα), εκδ. Άγκυρα, Αθήνα, 2006
"Κάτω απ' το εικόνισμα των άστρων" εκδ. "Ίκαρος", 2013.


Πεζογραφία:
«Αθανάτου Μνήμης Σημεία», εκδ. Ροές, Αθήνα, 1987
«Το ιδεόγραμμα του φιδιού», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2003

Μεταφράσεις:
«Μυστικοί της Ανατολής», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1982
«Αρχαία Έδδα» (μετάφραση που περιλαμβάνεται πια στο βιβλίο «Ο Κήπος της Ποίησης»), εκδ. Θυμέλη, Αθήνα, 1983
«Ο Κήπος της Ποίησης» (4.500 χρόνια ξένης ποίησης), εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2000


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΦΗΒΗΣ

«Με σάτυρο και με Χριστό μοιάζει αυτός.
Μα είν’ αλήθεια πως τα έχει τα χρονάκια του.
Σαρανταπέντε, με πενήντα. Ή πιο πάνω;

Υπάρχουν κούκλοι γύρω μου, τι να τον κάμω αυτόν;
Και οι γονείς μου θα μου λέγαν «τον παππού σου;».

Μ’ αν είχ’ εκατομμύρια, οι άχρηστοι,
νέο θα τον ευρίσκανε και με χιλιάδες χάρες.

Να τον ξανακοιτάξω. Ωχ, αμάν!
Μ’ αρέσει διάβολε! Κι ανάθεμα, ανάθεμα
στην κοινωνία που φθονεί, στην κοινωνία
τη δολοφονική που δεν αφήνει
ν’ αγαπηθούμε λεύτερα, μ’ όποιονε μας γουστάρει».


ΣΑ ΔΕΙΣ ΔΥΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΒΟΥΝΑ

Σα δεις δυο πέτρινα βουνά, το ένα να χτυπάει
πάνω στο άλλο δυνατά τόσο που να βογγάει
απ’ την προσπάθεια την πολλή κι ο κρότος να ηχάει
τριγύρω στα πετρώματα στα μέτωπα των βράχων,
μην πεις πως οι συντρόφοι σου σ’ αφήσανε μονάχον
στις Συμπληγάδες εμπροστά εσένανε τον βλάχον.
Κι αν δεις απ’ τη δυόροφη σπηλιά τους να προβαίνουν
κεφάλια πού ’χουνε ωχρά μάτια κοκκινισμένα
και δέρματα πανάρχαια πού ’ναι ξεροσκασμένα
μην πεις ότι στη μίζερη ζωή σου επεμβαίνουν
δυο δράκοι που μαλώνοντας στον κήπο σου εμβαίνουν
κι ούτε πως βλέπεις δυο βουνά που η πίστη σου κινάει.
Αυτά που βλέπεις κ’ η στενή κούτρα σου δεν χωράει
είναι χελώνες που μοχθούν να σμίξουν τα καυλιά τους
και στην προσπάθεια την πολλή χτυπούνε τα καυκιά τους.


ΦΩΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Α
Η Εκκλησία να ευλογά την συζυγο-πορνεία.
Κι ο νταβαντζής να μας πουλά στου πάρκου τη γωνία.

Β
Μας θέλουν στα ναρκωτικά και στα ψυχιατρεία
παρά ν’ αναστενάζουμε στου πούτσου τη λατρεία.

 
ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Στόμα μου πληγωμένο κι άφταστο,
σώμα μου αγαπημένο κι άπιαστο.
Κλειστά μου βλέφαρα στα χείλη μου απαλά,
μαλλιά μου ευωδιαστά, στο πρόσωπό μου
απρόσμενη, παρήγορη δροσιά,
ανάπαυση για λίγο της γλυκειάς μου ταραχής,
πηγή ανέγγιχτη σα μέσα σε καθρέφτη,
λαχτάρα της νομάδας μου ψυχής,
ξάφνιασμα της γραφής άστρου που πέφτει.

ΓΙΑΠΗΣ ΠΗΓΕ ΣΕ ΓΙΑΠΙ

Γιάπης πήγε σε γιαπί
να μαδήσει ένα παπί
και τον πιάσαν τα λαμόγια
να τον δώσουνε στον μπόγια.

Τους ξεφεύγει κι αστραπή
χώνεται σ’ ένα καπί
τις γιαγιάδες να γαμάει
και γερά να κονομάει.

 
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αυγά, του έρωτα παιδιά, γεννιούνται στη φωλιά.
Κι άλλ’ απ’ αυτά θα γίνουνε ελεύθερα πουλιά
κι άλλα θα γίνουν θαυμαστά μάτια τηγανητά.

Τέλος υπάρχουν και τ’ αυγά εκείνα που κλουβιάζουν
και την αδρεναλίνη ως λεν στα ύψη ανεβάζουν
όταν στη μούρη κανενός επίσημου τα σπάζουν. 

 
ΜΟΥ ’ΠΕ ΤΗΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ

Μού ’πε της Ευφροσύνης το παιδίον:
«Πάντα εγώ τ’ αλλότρια τα κρίνω εξ αιδοίων».

 
ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΤΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ 

Ο Λύκος βγήκε στα βουνά,
τον αδερφό του τον φονιά,
τον Άγιον Ήλιο ν’ ανταμώσει
κι ένα στιχάκι να του δώσει.

Χαίρε ο που μεσουρανείς
κι όλη τη Γη ζωογονείς,
που βασιλεύεις όταν δύων
ω ακατάσβεστο αιδοίον.

 


 ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ
    

            Aράκυνθος
            μ’ αυτό το νθ στο «Zάκυνθος»
κι ακόμα στο «υάκινθος»,
            στο «Όλυνθος», στο «Kόρινθος», στο «άνθος» και στο «άκανθος»
και στον Ερύμανθο να ψάχνεις τον ερήμανθο
της Πενθεσίλειας και του ένθεου Κυνός
που τρέχει πίσω από τις φτέρνες του Ωρίωνος.

            Aράκυνθος
            του αρακά το άνθος κι ας λανθάνω
            αρκεί που στο παιχνίδι μου αλάνθαστα μανθάνω
            τις έστιν ο ηλίανθος, το πένθος κι ο Πενθέας
τις έστιν ο αλίανθος, κι αυτή της Λευκοθέας
η άπατη ενθύμηση που ερέβυνθο τη λέγει
όταν η Κύνθεια ναυαγούς τους κάνθαρους συλλέγει.



Ούτε ένα βραβείο
Ούτε ένα βραβείο σε μένα οι τσίφτες των κλικών. Στο
διάολο.
Τά’ δωσαν όλα στους δικούς τους και σε μένα
“πρέπει να προσεχτεί ο Υφαντής' και τέτοια πούστικα.
Όμως ένα βραβείο το’ θελα ρε αδερφέ.
Το’ θελα να το πάω στη μάνα μου και να της κάνω τον
σπουδαίο.


Έρημη Χώρα
Σάρκας απόλαυση ανάμεσα σε ψάρι της Αλάσκας αχνιστό
γαρίδες του Παλέρμου, μανιτάρια και τζατζίκι ελληνικό.
Κι ένα ποτήρι μπίρα Bolaur.
Κ’ ύστερα μαλακία στο κρεβάτι σου
γιατ’ είσαι αλίμονο μονάχος σου στο Μόναχο
την ίδια ώρα που αμέτρητες γυναίκες
που ζουν κι αυτές μονάχες τους στο Μόναχο
στενάζουν αγκαλιάζοντας τον Άγιο Δονητή
γιατί απόκαμαν να παίρνουν το Θεό
στον αριθμό 0+ ∞ + χάος
και να μην παίρνουνε απόκριση καμμιά.
Στενάζουν αγκαλιάζοντας τον τεχνητό φαλλό
χωρίς να ξέρουν που ο Θεός ενσαρκωμένος
γυρίζει ολομόναχος στο Μόναχο,
με κινητό όπου καμμιά τους δεν τον παίρνει,
αφού καθώς είναι καινούργιος εμιγκρές
τον αριθμό του ούτε ο Πάπας δεν τον ξέρει.


Τηλεφωνώ στους φίλους
Στη Ναυσικά Γκράτζιου
Τηλεφωνώ στους φίλους’ όλοι εργάζονται.
Σ’ αυτό τον κόσμο ρε γαμώ το δηλαδή
μόνο εγώ κι ο Ήλιος τεμπελιάζουμε;


Το που μου κλέψαν το μπουφάν
Το που μου κλέψαν το μπουφάν δεν είναι τίποτα,
κι ο κλέφτης του ας είν’ ευλογημένος.
Όμως σαν κάνει ψύχρα και μου λείπει
(δεν έχω ένα δεύτερο μπουφάν) όταν κρυώνω
ίσως να ρίξω κάμποσους χριστούς και παναγίες.
Γιατί κι ο κλέφτης πρέπει (ρε γαμώ το)
να ‘ναι ένας σοφός,
να ‘χει αίσθηση του δίκαιου, να κλέβει αυτόν που πρέπει.


Του Έρωτα
Του έρωτα
πρέπει να του δινόμαστε γυμνοί
όπως δινόμαστε στον ύπνο και στο θάνατο, γιατί
ο έρωτας θαρρώ είναι η μόνη
μεταλαβιά
αιωνιότητας∙ ο έρωτας
είναι η λύτρωση του τέλειου χορού, είναι
η αγαλλίαση
του Καιρού.

 Λόγια ενός μεθυσμένου χωριάτη

Παιδάκια των αστών
τι εύκολα που αριστερίζετε
τι εύκολα που αναρχίζετε
τι εύκολα κρατάτε για την υστερνή
ένα φασίστα μέσα σας.
Παιδάκια των αστών εγώ κατάφερα
να ζω με τα προνόμια που σας δώσαν οι μπαμπάδες σας.
Τι τίμιο βίο εσείς παιδάκια των αστών,
μήτε παπάδες μήτε χωροφύλακες δε βγάζει η κάστα σας,
μόνο διανοούμενους και καλλιτέχνες κι επιστήμονες.
Τι προοδευτικά εσείς παιδάκια των αστών
Τι ανωτέρου επιπέδου ατιμίες. Όμως
Όμως εγώ σας ξέρω. Ελάτε
ελάτε προς με τα κακόμοιρα
να σας χαϊδέψω λίγο τα κεφάλια σας
κ' ύστερα να σας μπήξω μια κλοτσιά στα πισινά
καθάρματα!



Ζωγραφιές στην Άνω Πόλη

[Από την ενότητα Α]

Ι

Γαλάζιο σπίτι εδώ κοιμούνται οι γοργόνες τ' ουρανού;
Έριξαν άγκυρα στο πλάι σου οι μπαξέδες.
Στην άκρη του καλντεριμιού
κάτω απ' το γαλάζιο σου παράθυρο
δυο τρία παλικάρια ηλιοτρόπια μ' έγνοιες μέλισσες
σκυμμένα συζητούν.
Ζηλεύουν τάχα οι μενεξέδες;

ΙΙ

Το φως του ασβέστη που τυφλώνει τα πουλιά.
Πίσω απ' τα καφασωτά
με κρεμασμένο κάτω απ' το κρεβάτι το 'να χέρι
χορταριασμένος και με μάτια χαμομήλια, με τον ύπνο του
ευωδισμένο από άγρια ρήγανη
ρουχνίζει ο Ιούνης μες στο θείο μεσημέρι.

ΙΙΙ

Τούρκικο σπίτι βυσσινί
είσαι μια γάτα καθισμένη πάνω στο
χορταριασμένο του καλντεριμιού χαλί.
Στη πλάτη σού φυτέψαν μια συκιά
για να κουρνιάζουνε ο ίσκιος κ' η δροσιά.
Τούρκικο σπίτι βυσσινί
καπέλο από κεραμίδια σού φορέσαν τα παιδιά
και με κοιτάς με δυο παράθυρα παλιά.



Ερώτηση και απάντηση στο Μόναχο

[Από την ενότητα Του έρωτα και της αθωότητας 2]

Στον Κώστα Ταβουλτσίδη και στην παρέα της Ξάνθης

Με ρώτησαν στο Μόναχο
αν μου αρέσουν τα γερμανικά
κι από τις γλώσσες όλες ποια μ' αρέσει τελικά.

«Όλες οι γλώσσες μού αρέσουν» τους απάντησα,
«αρκεί να τις ακούω από γυναίκες».














































Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ





Βιογραφικό

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1968 με την ποιητική συλλογή «Έβδομη συμφωνία».
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1982, ενώ κατά το διάστημα 1984-1986 υπηρέτησε και ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Εργογραφία

Ποιητικά έργα 

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα 1968
Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κεφτουριά του κάτων κόσμου, Αθήνα 1973, εκδόσεις Κούρος
Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα 1976, εκδόσεις Κέδρος
Οι πυροτεχνουργοί, Αθήνα 1979, εκδόσεις Εγνατία/Τραμ
Ποιήματα 1968-1976, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1980
Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα 1987, εκδόσεις Υάκινθος
Ποιήματα 1969-1987, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1992
Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα 1994
Μη σκεπάζεις το ποτάμι, Αθήνα 1998, εκδόσεις Κέδρος.
Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα 2010, εκδόσεις Κέδρος.

Δοκίμια 

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α', Αθήνα 1991, εκδόσεις Ρόπτρον
Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β', Αθήνα 1994, εκδόσεις Νεφέλη
Λευτέρης Ιερόπαις - Μια παρουσουσίαση, Αθήνα 1999, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Ιστορικό κέντρο, Αθήνα 2005
Η ποίηση του Τάσου Λιβαδίτη, Αθήνα 2009, εκδόσεις Εκάτη



ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ 

Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής 

Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε. 
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα 
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες. 

Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε. 
την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα. 
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο 
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί. 

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος 
που κρύβει τα χέρια τους στις τσέπες. 

Απόγευμα Μαΐου Κυριακής 

Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι. 

Και βέβαια, έτσι που καθόταν, 
έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου. 
Τα μάγουλά της βαμμένα 
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο. 

Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι 
που ο μαραγκός δεν ήξερε από που να αρχίσει. 

Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα. 

Το πρόσωπό της μισό 
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν. 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας. 

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους 
την ερημιά του μάστορα. 

Υποταγή 

Θα 'ρθω κοντά σου πάλι. 
σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες. 

Είσαι το πλατύ ποτάμι. 

Στην ερημιά σου 
να 'ρχονται το απόγευμα οι βοσκοί 
να πλένουν τη φωνή τους. 

Τυμβωρύχος 

Στις λαϊκές συνοικίες, 
με τα μαραμένα απογεύματα στα καφενεία. 

Και ο θυρωρός με τα παλιά τραγούδια. 

"Πέρασε εκείνος ο καιρός" του είπα, και αυτός ποτέ δεν μίλησε.

"Καημό το έχω" του δευτέρωσα κι αυτός πάλι ποτέ δεν μίλησε. 

Οι νεκροί κάποτε βρίσκονται ανάμεσά μας. 
Παίζουν και χαίρονται. 
Κρατούν με την υστερία της ηδυπάθειάς τους την ψυχή μας.

Και το βράδυ στην ερημιά μας μάς τρελαίνουν. 

 Τραγούδι

Πως να σου πω ένα τραγούδι Ρήγα Φεραίε
μέσα από ένα τρόλεϊ
και μέσ' από χιλιάδες μάτια που με καρφώνουνε καχύποπτα. 
Ρήγα Φεραίε σκληρό μεθύσι της σάρκας μου 
και της ψυχής μου πυρκαγιά 
Μείναμε μόνοι το βράδυ στους δρόμους της Αθήνας 
καπνίζοντας αμίλητοι απανωτά αμερικάνικα τσιγάρα. 
Σε αποχωρίστηκα το πρωί όπως δυο άγνωστοι επισκέπτες 
χωρίζουν ανικανοποίητοι και μετανιωμένοι 
στην πόρτα του μπουρδέλου, χωρίζουν. 
Ρήγα Φεραίε πως τάχατες να σε φωνάξω στην έρημή μου χώρα
Μοιάζω με τσανάκι φυλακών 
που τα πάει καλά στο γλείψιμο με τους φρουρούς του. 
Μοιάζω με σκοτεινό ρουφιάνο που έχουν τα μάτια τους τέσσερα 
μαζί μου οι αφέντες και το βλέπω. 
Ρήγα Φεραίε μοίρα της μοίρας μου 
κι εσύ γριά τσιγγάνα που γύρευες να μ' αφανίσεις 
στης νύχτας μου το φλογισμένο πάθος. 
Βλέπω το σκοτεινό μαχαίρι. 
Τη μάνα πίσω απ' το σφαγμένο γιο της 
κι ένα χαμένο φεγγαράκι πάνω σε βράχους και τριβόλια. 
Βλέπω το κρίμα του φονιά 
να ταλαντεύεται μετά το φόνο ανάμεσα καρδιάς και λεπιδιού 
μετανιωμένος που τον πλήρωσαν φτηνά για τέτοια πράξη 
και του νεκρού το αίμα να ξεπλένεται τη νύχτα την ασέληνη 
στου ποταμιού την άκρη βλέπω. 

Ρήγα, κοίτα μην τύχει και ξυπνήσεις σήμερα 
γιατί θ' αυτοκτονήσεις τζάμπα μες στων εφημερίδων τα ψιλά. 


Ας κοιτάξουμε

Ας κοιτάξουμε για μια στάλα αγάπη
όπως οι φτωχοί ψωνίζουν κουβέρτες στα πανηγύρια.

Η γαλήνη, είναι κάτι που δεν εξαγοράζεται,
και οι άνθρωποι έχουνε μια μοναξιά τέτοια, σου έλεγα,
όπως, δυο μαύρα βαπόρια φορτηγά
αραγμένα απόγευμα σε επαρχιακό λιμάνι.

Και ήταν που αγαπηθήκαμε μετά όπως κουλοί στα τρένα
σ' ένα κόσμο δικό τους πυρπολημένοι από το αδέξιο πλήθος.

Ύστερα πια, έφυγες, όπως γίνεται, κρυφά.
Σούρουπο παχύρευστο σερνόταν στους δρόμους.

Από κάπου ακούγονταν ένας δίσκος.
Η φωνή έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν,
σαν βιαστικός μεθυσμένος που τρέκλιζε.

Ο άνθρωπος της πάνω γειτονιάς
που λέγαν ότι του έφυγε η γυναίκα του
και η κόρη  της τρελής.

Κουρασμένα τραγούδια έπεσαν μάλλον σε πάτωμα
και έσπασαν σαν γυαλικά που τα έριξε κλέφτης.

Πώς να κάνω και πάλι ένα ποίημα για σένα.
Θέλει λέξεις ξεχασμένες
όπως το φουστάνι που πέταξες
στην τελευταία τάξη του γυμνασίου και έγινες γυναίκα.

Θέλει πέτρες πρωτόγονες, άγριες.
Και εγώ δεν είμαι θαλασσινός να ψάχνω στα ακρογιάλια.
Και ούτε που γνωρίζω από πέτρες.

ΣΤΗΝ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ

Καθόμασταν μια Κυριακή
στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου
ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:
"να μας πεις για εκείνη".

Και ο άλλος άρχισε:

"σπίτι εξοχικό η ψυχή της το χειμώνα
όπου έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.

Άνοιξα τότε και μπήκα.
Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα.

Νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών
με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.

Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βοήθεια μοναξιάς της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή
ώσπου μετά από χρόνια
βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γλεντούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι
και αυτός ο πατέρας της
διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο
πανδαμάτορα των επιθυμιών.

Έμεινα από τη γωνιά να την κοιτάζω.

Ήταν σφαγμένη
με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για το τάφο της, φώναξα

Στον άλλο κόσμο
θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή
o σκοτεινός Πηνειός και η μακρυνή Αρεθούσα
για να σμίγουν τα νερά μας
κάπου στα βάθη της θάλασσας.

Λεπτομέρειες δε συγκρατώ πια

Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα
αμυδρά τη θυμούμαι".

Και μελαγχόλησαν όλοι και κανένας δε μίλησε.

Το σούρουπο μόνο
εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα
μού φώναξε ένας:
Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες".

Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.

Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου
με παλτά. Σκισμένοι. Με μια κομμένη ζώνη στη μέση.
Εξομοιωμένοι.

Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας τον δρόμο όπως οι τυφλοί.

Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι. 
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο. 
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί 
ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια... 
Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν... 
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας. 

Γι' αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια. 

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε. 

Τραγούδι για τους μοναχικούς άντρες

Το βράδυ, μαζεύεις ξύλα για το τζάκι. 

Και το πρωί, α το πρωί, τι πικρή που είναι η ζωή 
όλο με τις στάχτες.