Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ( 1921-2006 )

Βιογραφικό Σημείωμα



Ο Κλείτος Κύρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος (1951-1983). Από το 1974 ως το 1976 διετέλεσε γενικός γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με τη δημοσίευση του ποιήματος Προσμονή στο περιοδικό Φοιτητής. Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Αναζήτηση. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Διαγώνιος (όπου δημοσίευσε πολλές λογοτεχνικές μεταφράσεις), Ο Αιώνας μας, Νέα Πορεία, Κοχλίας και Κριτική. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση (Λόρκα, Έλιοτ, Απολλιναίρ, Ώντεν κ.α.) και κινηματογραφική κριτική. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά και πολωνικά. Ο Κλείτος Κύρου τοποθετείται στην λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά των ελλήνων ποιητών. Ο ποιητικός του λόγος ξεκίνησε από νεοσυμβολιστικές επιρροές και διαρκή ανάκληση του παρελθόντος, που προέκυπτε από τα βιώματα του ποιητή και οδηγήθηκε σταδιακά σε μια φιλοσοφική ενατένιση της ιστορίας, η οποία εκφράστηκε μέσα από μια λιτή ποιητική γραφή. Το 1988 τιμήθηκε με το β΄ κρατικό βραβείο ποίησης, το οποίο αποποιήθηκε, και το 1994 με το α΄ κρατικό βραβείο μετάφρασης (για τους Τσέντσι του Σέλλεϋ). Πέθανε το 2006. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κλείτου Κύρου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Κλείτος Κύρου», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.284-285. Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Γεράνης Στέλιος, «Κύρου Κλείτος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ζήρας Αλεξ., «Κύρου Κλέιτος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986 και «Κλείτου Κύρος», Who’ s who 1998· Επίτομο Βιογραφικό Λεξικό. Αθήνα, Μέτρον, 1998.

.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία


• Αγαθοπούλου - Κέντρου Μαρία, «Μνήμη ματωμένη», Διαβάζω45, 8/1981, σ.50-52.
• Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα, «Μορφή και περιεχόμενο στη μετάφραση», Η Καθημερινή, 5 και 12/6/1980.
• Αναγνωστάκη Νόρα, Μαγικές εικόνες, σ.105-115. 1973.
• Αργυρίου Αλεξ., «Κλείτος Κύρου», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.284-285. Αθήνα, Σοκόλης, 1982
• Γεράνης Στέλιος, «Κύρου Κλείτος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Ζήρας Αλεξ., «Κύρου Κλέιτος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986.
• Θέμελης Γιώργος, «Κλείτος Κύρου», Η νεώτερη ποίησή μας, σ.281-284. Αθήνα, Φέξης, 1963.
• Καζαντζής Τόλης, «Ο ποιητής Κλείτος Κύρου και οι μεταφράσεις του», Εντευκτήριο4 (Θεσσαλονίκη), 9/1988, σ.106-107.
• Καρβέλης Τάκης, «Η ποίηση της ωριμότητας και του απολογισμού», Δεύτερη ανάγνωση· Κριτικά κείμενα 1984-1991, σ.227-228. Αθήνα, Σοκόλης, 1991.
• Κοκόλης Ξ.Α., Δώδεκα ποιητές, Θεσσαλονίκη 1930 -1960. Θεσσαλονίκη, Εγνατία, 1979.
• Κωσταβάρας Θανάσης, «Η άλλη όψη του νομίσματος», Η λέξη38, 10/1984, σ.678-684.
• Παπαδάκη Αθηνά, «Ποιητική αποκαθήλωση ζωής», Διαβάζω191, 11/5/1988, σ.79-80.
• Πλαστήρας Κ.Ν., «Αναδρομή ζωής και λόγου» (παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Κύρου Τα πουλιά και η αφύπνιση), Εντευκτήριο2, (Θεσσαλονίκη) 2/1988, σ.114.
• «Σε β΄ πρόσωπο· Μια συνομιλία του Κλείτου Κύρου με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η λέξη38, 10/1984, σ.726-728.
• Χριστιανόπουλος Ντίνος, Δοκίμια σειρά πρώτη, σ.61-63. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1965.

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Αναζήτηση· Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής. Θεσσαλονίκη, τυπ. Θ.Γραικόπουλου, 1949.
• Σε πρώτο πρόσωπο. Θεσσαλονίκη, 1957.
• Κραυγές της νύχτας. Θεσσαλονίκη, 1960.
• Κλειδάριθμοι. Θεσσαλονίκη, Ε.Σφακιανάκης, 1963.
• Απολογία. Θεσσαλονίκη, 1966 (και β΄ έκδοση συμπληρωμένη, Θεσσαλονίκη, 1976).
• Οι κατασκευές 1949-1974. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
• Τα πουλιά και η αφύπνιση. Αθήνα, Νεφέλη, 1987.
• Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Χειρόγραφα, 1992.
• Ο πρωθύστερος λόγος. Θεσσαλονίκη, Αίγειρος, 1996.
ΙΙ.Μετάφραση
• Νέοι άγγλοι ποιητές. Θεσσαλονίκη, 1945.
• F.G.Lorca, Δύο Ωδές · Ωδή στον Salvador Dali · Ωδή στον Walt Whitman · Απόδοση Κλείτος Κύρου - Μανώλης Αναγνωστάκης. Θεσσαλονίκη, 1948.
• F.G.Lorca - R.Alberti, Μοιρολόι για τον Ιγνάτιο Σάνχεθ Μεχίας. Θεσσαλονίκη, εκδ. Ποιητικής Τέχνης, 1950.
• A.Mac Leish, Η Πύλινη υδρία. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Νέα Πορεία, 1958.
• G.Apollinaire, Ζώνη. Θεσσαλονίκη, έκδοση περ. Νέα Πορεία, 1962.
• F.G.Lorca, Σαν περάσουν πέντε χρόνια. 1962.
• Eliot, Η Τετάρτη των Τεφρών. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1965.
• B.Cendrars, Η πρόζα του Υπερσιβηρικού και της μικρής Ιωάννας της Γαλλίας. Αθήνα (;), Δίφρος (ανάτυπο από το περ. Καινούρια Εποχή), 1965.
• G.Apollinaire, Ποιήματα · Μεταφράσεις Φανής Κισκήρα - Τόλη Καζαντζή και Κλείτου Κύρου. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περιοδικό Διαγώνιος, 1967.
• Eliot, Η Τετάρτη των Τεφρών και Τα τραγούδια του Άριελ. Θεσσαλονίκη, 1971.
• Auden, Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, 1973.
• A.Mac Leish, Ποιήματα. 1973.
• Ξένες φωνές. Αθήνα, Κέδρος, 1979.
• Έλιοτ Τ.Σ., Τέσσερα κουαρτέτα. Θεσσαλονίκη, έκδοση της Διαγωνίου, 1981.
• Τζων Φορντ, Κρίμα που είναι πόρνη. Αθήνα, Νεφέλη, 1986.
• Έλιοτ Τ.Σ., Burnt Norton. Αθήνα, έκδοση της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών εκτός εμπορίου με δέκα εικόνες του Γ.Σκαράκη, 1988.
• Έλιοτ Τ.Σ., Ρημαγμένη γη. Αθήνα, Ύψιλον, 1990.
• Μάρλοου Κρίστοφερ, Δόκτωρ Φάουστους. Αθήνα, Άγρα, 1990.
• Σέλλευ Μπυς Πέρσυ, Οι Τσέντσι. Αθήνα, Άγρα, 1993.
ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Έλιοτ Τ.Σ., Η Τετάρτη των τεφρών - Τα τραγούδια του Άριελ - Τέσσερα κουαρτέτα. Αθήνα, Ρόπτρον, 1988.
• Εν όλω· Συγκομιδή 1943-1997. Αθήνα, Άγρα, 1997.

Επιπλέον Πληροφορίες
Αρχείο του λογοτέχνη υπάρχει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)






Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα 'ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα
Αναζήτηση 
Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες 
απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές 
η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει απάνω στις ψυχές μας 
κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή 
μονάχοι ολομόναχοι στα ρίγη του χειμώνα 
ζητήσαμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες 
χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια 
ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες πόχουν στερέψει 
όλα μας άφησαν γοργά: τα πεύκα οι αμμουδιές 
τ' ανέμου τα σφυρίγματα τα χάδια οι επάλξεις... 
Κι όμως το ξέρουμε καλά προτού να ξημερώσει: 
Θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές οι ελπίδες θα πληθαίνουν. 

Εισβολή

Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της χώρας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόταν σσν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας
Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιον στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι.

 Όταν στους δρόμους

Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα
Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες


Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι
Και προχωρώ
Εσύ και δυο άστρα που επιζήσαν
Οι μόνοι μου συνοδοί
Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω
Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα
Σημαδεύουν την αρνητική πορεία
Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο
Και ν' αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες
Αυτοί που μας αγάπησαν πεθάναν πριν μας μισήσουν
Αυτούς που θ΄αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ
Έφηβοι δεν κλάψαμε
Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο
Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες
Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ' τις σχισμές των ματιών σου
Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους διάβασα στα βιβλία
Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και με διάκριση τόση
Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν
Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς
Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση
Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός γυρισμού
Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες
Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες
Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση
Και τέλος φεύγει από κοντά μας


Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα
Θα ξεριζώσω τη φωνή μου
Και θ' αγαπήσω δυο φορές το σχήμα της σιωπής σου. 


Προσωπείο

Δεν έδειχνε σε κανέναν το τραύμα του
Αναπηρία προχωρημένου βαθμού
Κι ωστόσο υπεράνω πάσης υποψίας
Τις νύχτες άνοιγε μυστικά συρτάρια
Άπλωνε μέλη τεχνητά στον καθρέφτη
Συναρμολογούσε ηλικίες χαμόγελα
Το πρωί αναστέναζε νικημένος
Αποσυρόταν 
Κάποτε θ' ανακάλυπταν ήταν επόμενο την αδυναμία του
Ασυμβίβαστη άλλωστε προς το επάγγελμά του
Ήταν εκτιμητής του χρόνου. 


Πίστη

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμαστε όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη.

Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε
Και πασπαλίζαν τα πρόσωπά μας
Οι στάχτες της καμένης Κλεισούρας
Και οι οιμωγές του Χορτιάτη
Και χαρίζαμε τις ελπίδες μας
Στους αξούριστους άντρες
Που με τα κοντάκια τους χτίζαν τη λευτεριά
Και γράφαμε τότε την παράφορη οργή μας στους τοίχους
Έτσι
Ο ήλιος φαινόταν άρρωστος
Τα μικρά παιδιά δεν γελούσαν
Οι φάμπρικες στέκαν θλιμμένες
Όμως εμείς ξέραμε καλά
Πως θα έφτανε η μέρα εκείνη
Που ελεύθερες θα σάλευαν οι παπαρούνες στον άνεμο


Κραυγή δέκατη Πέμπτη

Μιλάω με σπασμένη φωνή/ δεν εκλιπαρώ τον οίκτο σας
Μέσα μου μιλούν χιλιάδες
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού, σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε η βροντή της
Η γενιά μου καταδιώχτηκε σα ληστής
Σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν στα νοσοκομεία
Κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα
Τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί, καπνίζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώσαν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα
Καταλάβαμε τη δύναμή μας/ και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους



Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ 


Βιογραφικό

Γεννήθηκε στην Aθήνα το 1936, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Διετέλεσε μέλος της εκδοτικής ομάδας των περιοδικών "Mαρτυρίες" και "Προτάσεις" και υπεύθυνος των εκδόσεων «Έρασμος». Στο περιοδικό «Σημειώσεις» όπου συνεργάστηκε με την ομάδα έκδοσής του, βρίσκεται ο μεγαλύτερος όγκος των έργων του, ενώ συνεργάστηκε επίσης με τη «Bραδυνή», την «Kαθημερινή» και άλλες μεγάλες εφημερίδες. Ασχολήθηκε με επιμέλειες βιβλίων και μεταφράσεις.



Εργογραφία

Έργα του: Yπό ξένην σημαία (1972), Bαρκελώνη (1975), Nόστιμον ήμαρ (1988), Pαγισμένο ταμπούρλο (1991) και άλλα ποιητικά.
Mελέτες του είναι: Aναφορές (1979), H «Pωμιοσύνη» στον Παράδεισο (1983), Mύθος και ποιητική του «Tαξιδιού» N. Kαββαδίας κ.ά. (1990), Mετασολωμικά. Mορφές και ιδέες στα Eπτάνησα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα (2001) κ.ά. Mετέφρασε ξένη λογοτεχνία (Tζώρτζ Όργουελ, Γκεόργκ Λούκατς, T.Σ. Έλιοτ, Έρνστ Kασσίρερ και άλλους).

ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ


1956
Λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά
λάμπουν ακόμα τα γυμνά σου γόνατα:
μοναδικό μου καταφύγιο
προτού με δυναμώσει η δυστυχία.
Το ημερολόγιο βέβαια
φέρνει τον Αύγουστο κάθε χρόνο ταχτικά
όμως ο μήνας ο δικός μας δεν θα ξαναρθεί
ποτέ δεν θα επιστρέψει ούτε μια μέρα καθαρή
ούτε μια νύχτα
Ούτε μια νύχτα σαν κι αυτές πού φτιάξαμε μαζί.


οδός Σοφοκλέους, 1959
Δεν έχω τίποτα γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα
ούτε λύπη, ούτε κατανόηση, ούτε φωτιά για το τσιγάρο της
- άλλος ανάβει ελπίδες άλλος δυναμίτες
εγώ
δεν ξέρω να παρηγορώ
δεν έχω ελπίδα
δεν έχω φράγκο κύριοι και κυρίες
κι αυτή η γυναίκα θα πεθάνει αύριο
μες στη γλυκειά τουριστική σας πολιτεία.


«ανία»
Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι —
κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!


Βαρκελώνη
II
Το τρένο θα περάσει κι είμαι μόνος πάνω στις γραμμές
τόσα χρόνια παραμίλαγα κι όλοι ακούγανε το παραμιλητό μου
τόσα χρόνια φώναζα εκείνη που αγαπούσα με άλλα ονόματα
φώναζα εκείνη που αγαπούσα και ήταν πεθαμένη
μέσα στους στίχους μου και μέσα στα φιλιά μου πεθαμένη.
Τώρα το τρένο θα περάσει κι είμαι μόνος πάνω στις γραμμές
οι άλλοι πέσανε μπροστά, μπροστά με τις σημαίες
κραδαίνοντας τη ζωντανή ζωή τους καμάρι του θανάτου
καλότυχοι συντροφικοί νεκροί πιασμένοι χέρι χέρι
τραβώντας με τραγούδια τον ανήφορο
που εγώ θα πάρω άοπλος και μόνος.
  
Το υστερόγραφο ενός έπους

Τα πιο μεγάλα αδέρφια μας
κοιμούνται κάτω από δυο μέτρα λησμονιά.
Όλη τη νύχτα χιόνιζε στ’ άσπιλα μέτωπά τους
όλη τη νύχτα έπεφτε αργά η συκοφαντία
στη μνήμη τους που βούλιαζε σιγά-σιγά στη λάσπη
στη μνήμη τους δεν έπαψε πικρό νερό να πέφτει.



Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013




Μάριος Μαρκίδης 1940-2003




Ο Μάριος Μαρκίδης (1940-2003) γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Λύκειο το 1957 και σπούδασε ψυχιατρική στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Λονδίνου (υπήρξε μαθητής του Δ. Κουρέτα και του Κ. Στεφανή). Οι πρώτες του ποιητικές δοκιμές φιλοξενήθηκαν στη "φιλολογική σελίδα" της "Βραδυνής". Με το ποίημα "Εκμαγείο" απέσπασε έπαινο στον ποιητικό διαγωνισμό που προκήρυξε το 1962 το περιοδικό "Πανσπουδαστική" σε συνεργασία με τον "Ταχυδρόμο" (στην κριτική επιτροπή συμμετείχαν ο Νικηφόρος Βρεττάκος και ο Γιάννης Ρίτσος). Με την ποιητική σύνθεση "Πρόλογος στο σπαθί" εμφανίστηκε την ίδια χρονιά στο περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης" (τεύχος 92, σσ. 179-180). Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας των περιοδικών "Μαρτυρίες και Προτάσεις" και συμμετείχε στην ίδια ομάδα του περιοδικού "Σημειώσεις". Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηκε με το δοκίμιο, τη λογοτεχνική κριτική και τη μετάφραση (υπήρξε ο πρώτος μεταφραστής γλωσσολογικής εργασίας του Noam Chomsky στα ελληνικά). Στα ποιήματά του και τα άλλα κείμενά του χρησιμοποίησε πολλές φορές το ψευδώνυμο Μάριος Αφεντόπουλος. Στις τέσσερις δεκαετίες λογοτεχνικής του δραστηριότητας συνεργάστηκε πυκνά με ποιήματα, δοκίμια και κριτικές αναγνώσεις στα περιοδικά "Επιθεώρηση Τέχνης" και "Ιδίοις Αναλώμασιν", όπως και στον καθημερινό Τύπο ("Αυγή", "Ελευθεροτυπία"). Επίσης, επιμελήθηκε τη σειρά "Ψυχολογία και επιστήμες της συμπεριφοράς" στις εκδόσεις "Έρασμος". Το 2002 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή "Παρά ταύτα".


Εργογραφία: 

(2008) Λόγος περί της επιθυμίας, Έρασμος
(2001) Παρά ταύτα, Νεφέλη
(1999) Βαποράκια, Νεφέλη
(1999) Ή του ύψους ή του βάθους, Οδυσσέας
(1999) Λογοδοσία, Εξάντας
(1998) Το μέσα και το έξω, Έρασμος [κείμενα, επιμέλεια]
(1996) Άλλα μέρη, Ύψιλον
(1995) Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Σπουδές στη σημασία, Πλέθρον
(1994) Το μαύρο καράβι, Ερατώ
(1993) Μεταξύ Σινά και Αιλείμ, Έρασμος
(1993) Ο εξανθρωπισμός της γλώσσας, Έρασμος [κείμενα, επιμέλεια]
(1992) Ανεμομαζώματα, Χειρόγραφα
(1991) Μαντίνεια, Έρασμος
(1990) Έμμονες ιδέες, Ύψιλον
(1989) Είναι και ποτέ, Έρασμος
(1989) Ποιήματα προτέρου εντίμου βίου, Έρασμος
(1988) Η ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου, Έρασμος [κείμενα, επιμέλεια σειράς]
(1988) Κύρια ονόματα, Έρασμος
(1987) Απόπειρες αναμοχλεύσεως των παθών, Έρασμος
(1985) Μετά είκοσι έτη, Ύψιλον
(1982) Εν αβάτω και ουχ οδώ, Έρασμος
(1981) Λαϊκά αναγνώσματα, Αιγόκερως
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2008) Άγχος, Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις
(2003) Παλιά και νέα θεότητα, Έρασμος
(2000) Ψυχιατρική, Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις
(2000) Ψυχιατρική, Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις
(1994) Τέσσερα κείμενα για την Camera degli sposi, Πλέθρον
Μεταφράσεις
(2010) Freud, Sigmund, 1856-1939, Ο Μωυσής του Μιχαήλ Αγγέλου, Έρασμος [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2008) Rank, Otto, 1884-1939, Ο μύθος για τη γέννηση του ήρωα, Έρασμος
(1985) Löwith, Karl, Το νόημα της ιστορίας, Γνώση
Λοιποί τίτλοι
(2011) Neumann, Franz, 1900-1954, Άγχος και πολιτική, Έρασμος [επιμέλεια σειράς]
(2010) Lacan, Jacques, 1901-1981, Απαντήσεις, Έρασμος [επιμέλεια σειράς]
(2009) Γεμενετζής, Κώστας, Το όνειρο, Έρασμος [επιμέλεια σειράς]
(2004) Clastres, Pierre, Αρχαιολογία της βίας, Έρασμος [επιμέλεια σειράς]
(1995) Cassirer, Ernst, 1874-1945, Γλώσσα και μύθος, Έρασμος [επιμέλεια σειράς]
(1991) Weber, Alexander, Η μαχητική θεωρία του λόγου του Λυοτάρ, Έρασμος [επιμέλεια σειράς]

 

 

 

Για τον Μάριο Μαρκίδη

Μ. Μαρκίδης (1940-2003)

Βασική βιβλιογραφία


1. Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία – Γραμματολογία, «Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά», τόμος Στ΄ (επιμέλεια, εισαγωγή, ανθολόγηση: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου), Αθήνα, εκδ. Σοκόλη, 2002, σσ. 67 και 542-555. Περιλαμβάνονται:
εισαγωγική αναφορά στο ποιητικό έργο του Μάριου Μαρκίδη (από τον επιμελητή του τόμου), βιογραφικά στοιχεία, εργογραφία, σύντομη κριτική παρουσίαση από τον Ευριπίδη Γαραντούδη, επιλογή βιβλιογραφίας, μικρό ποιητικό ανθολόγιο, εικονογράφηση. 


2. Περιοδικό Σημειώσεις, «Αφιέρωμα στον Μάριο Μαρκίδη», τεύχος 58, Αθήνα, εκδ. Έρασμος, Ιανουάριος 2004, σελίδες: 3-108. Περιλαμβάνονται κείμενα των: Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Βύρωνα Λεοντάρη, Στέφανου Ροζάνη, Μάρκου Μέσκου, Τάσου Πορφύρη, Σάββα Μιχαήλ, Δημήτρη Βεργέτη, Μάριου Μαρκίδη. Στο τέλος, μικρό ανθολόγιο (απ’ όλες τις ποιητικές συλλογές του Μαρκίδη) και εργογραφία. 


3. Σύναψις (τριμηνιαία επιθεώρηση ψυχιατρικής, νευροεπιστημών και επιστημών του ανθρώπου), «Αφιέρωμα στον Μάριο Μαρκίδη», τεύχος 22, τόμος 7, Αθήνα, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2011, σελίδες: 4-107. Περιλαμβάνονται: εργοβιογραφικά στοιχεία και επιλογή κειμένων του Μαρκίδη. Για το επιστημονικό και το λογοτεχνικό του έργο γράφουν: Γιώργος Χριστοδούλου, Βασίλης Κονταξάκης, Δημήτρης Πλουμπίδης, Μαρίνα Οικονόμου, Γιάννης Ζέρβας, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Κώστας Σολδάτος, Μανώλης Μαρκιανός, Θανάσης Τζαβάρας, Δημήτρης Βεργέτης, Γρηγόρης Βασλαματζής, Γιάννης Γ. Παπακώστας, Μαρία Χατζηανδρέου, Μάριος Μπέγζος, Παναγιώτης Ουλής, Θανάσης Καράβατος, Παντελής Μπουκάλας, Στέφανος Ροζάνης. 


Και στο διαδίκτυο: 


1. Άρθρο Σύνταξης στο περιοδικό Ψυχιατρική 2003, 14 (3):166-167 («Τελευταίος χαιρετισμός στον Μάριο Μαρκίδη»). Υπογράφουν οι Γ.Ν. Χριστοδούλου και Β.Π. Κονταξάκης.


2. Δημήτρης Βεργέτης, «Εκλεκτικές συγγένειες: Το ήθος, ο λόγος και η ψυχανάλυση στο έργο του Μάριου Μαρκίδη». (Περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Σύναψις – ό.π., σσ. 66-72).
http://www.rednotebook.gr/details.php?id=3748


3. Παντελής Μπουκάλας, «Για την “αχαΐρευτη ράτσα των ποιητών”». (Περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Σύναψις – ό.π., σσ. 101-104).
http://www.rednotebook.gr/details.php?id=3708
4.  http://www.varelaki.blogspot.gr/2012/11/blog-post_19.html

5. http://www.varelaki.blogspot.gr/2012/12/blog-post.html


  Ο καθένας με την ομπρέλα του.
  Ομως εγώ 
  δεν μπορώ 
  χωρίς
  τη βροχή σου.   


Οιονεί ποίημα     
 

Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.

Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.


Ο ΣΎΝΤΡΟΦΟΣ Μ.Π .

Από τον ύπνο του έδυσε τ’ αστέρι, και τ’ όνειρό του έχει αμετάκλητα κριθεί. Α! Δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί κανείς σ’ αυτά τα μέρη. Κατά βάθος ασφαλώς το ξέρει: Το κόμμα κρέμεται από μια κλωστή. Η ψήφος του όμως έμεινε πιστή κι αυτή η ψήφος θα το φέρει αύριο και πάλι τιμημένο στη Βουλή. Η πάλη για το μέλλον, φίλε, είναι επιστήμη κι αν είναι εμπόδιο η μνήμη, κάνουμε και δίχως μνήμη. Βάλε το λοιπόν μακρύ μανίκι, κρύψε την ουλή και πάψε το τροπάρι με την εξορία. Απόψε πρόταση μομφής: Προβλέπεται ολονυχτία. . .
 ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ
Το γεγονός ότι το Πάσχα 
με κάνει να αισθάνομαι  καλύτερος δεν αποδεικνύει  την ύπαρξη  του Θεού.
Πώς να τολμήσω λοιπόν να σου υπενθυμήσω τις Κυριακές που περάσαμε μαζί
εφόσον επακολούθησαν Δευτέρες; 

Νεότερα από τον ποιητή Ευμένη
Μόλις ξεπεράσω το ρίγος των δικών μου ποιημάτων
θα ασχοληθώ με τον κόσμο των πραγμάτων.
Θ’ ανοίξω γράμματα, θα ξεφυλλίσω βιβλία -
ανεξάντλητο απόθεμα για ειρωνεία.
Μακάρι να διέθετα περισσότερη ασέλγεια.
Εισπράττω μόνο του στιχουργού τα δικαιώματα,
φαγώθηκα με τις παρομοιώσεις και τα χρώματα
μα υπελείφθην, λένε, σε ποιητική ενέργεια.

Ασφαλώς, έχω στην τέχνη κάποια σημασία.
Στις κρίσεις μου γενικά επιδεικνύω ανοχή.
Τί ν’ απαντήσω: αντιδώρημα ή αντιπαροχή;
Οι αφιερώσεις μού προξενούν αμηχανία.

Ποιητής των αχράντων μας των μυστηρίων
(καθόλου τυχαία, κύριοι, η περίπτωσή μου)
αδικήθηκα φριχτά από τη νεύρωσή μου.
Εγώ, λογιστής απλώς των ερειπίων;

Να βρω έναν στόχο που δεν θα τον έχουν περπατήσει
- δεν με αποθαρρύνει της συνθέσεως η βραδύτης.
Η υψηλή έμπνευσή μου θα μιλήσει.
Είναι καλύτερος από μένα ο Ελύτης;